HellasTax
 
 
 

ΕΦΗΜΕΡΙΣ ΤΗΣ ΚΥΒΕΡΝΗΣΕΩΣ
ΤΗΣ ΕΛΛΗΝΙΚΗΣ ΔΗΜΟΚΡΑΤΙΑΣ

Νόμος υπ’ αριθμ. N. 4001 - Α’ 179 - 22/8/2011

 

Για τη λειτουργία Ενεργειακών Αγορών Ηλεκτρισμού και Φυσικού Αερίου, για Έρευνα, Παραγωγή και δίκτυα μεταφοράς Υδρογονανθράκων και άλλες ρυθμίσεις.

 

Ο ΠΡΟΕΔΡΟΣ ΤΗΣ ΕΛΛΗΝΙΚΗΣ ΔΗΜΟΚΡΑΤΙΑΣ

Εκδίδουμε τον ακόλουθο νόμο που ψήφισε η Βουλή:

 

ΕΝΟΤΗΤΑ Α’

ΛΕΙΤΟΥΡΓΙΑ ΕΝΕΡΓΕΙΑΚΩΝ ΑΓΟΡΩΝ ΗΛΕΚΤΡΙΣΜΟΥ ΚΑΙ ΦΥΣΙΚΟΥ ΑΕΡΙΟΥ (ΕΝΣΩΜΑΤΩΣΗ ΟΔΗΓΙΩΝ 2009/72, 2009/73/ΕΚ ΚΑΙ ΑΛΛΕΣ ΔΙΑΤΑΞΕΙΣ) ΟΡΓΑΝΩΣΗ ΤΩΝ ΕΝΕΡΓΕΙΑΚΩΝ ΑΓΟΡΩΝ

Άρθρο 1

Σκοπός και πεδίο εφαρμογής

Σκοπός του παρόντος νόμου είναι η ενσωμάτωση στην ελληνική νομοθεσία των διατάξεων της Οδηγίας 2009/72/ΕΚ του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου της 13ης Ιουλίου 2009 ‘Σχετικά με τους κοινούς κανόνες για την εσωτερική αγορά ηλεκτρικής ενέργειας και για την κατάργηση της Οδηγίας 2003/54/ΕΚ’ (ΕΕ L 211 της 14.8.2009) και της Οδηγίας 2009/73/ΕΚ του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου της 13ης Ιουλίου 2009 ‘Σχετικά με τους κοινούς κανόνες για την εσωτερική αγορά Φυσικού Αερίου και την κατάργηση της Οδηγίας 2003/55/ΕΚ’ (ΕΕ L 211 της 14.8.2009).

Οι δραστηριότητες της παραγωγής, της προμήθειας, της αγοράς, της μεταφοράς και της διανομής Φυσικού Αερίου και ηλεκτρικής ενέργειας, καθώς και της αποθήκευσης και της υγροποίησης Φυσικού Αερίου και της αεριοποίησης υγροποιημένου Φυσικού Αερίου εντός της Ελληνικής Επικράτειας ασκούνται σύμφωνα με τις διατάξεις του νόμου αυτού. Οι δραστηριότητες αυτές είναι κοινής ωφέλειας και τελούν υπό την εποπτεία του Κράτους.

Άρθρο 2

Ορισμοί

1. Για την εφαρμογή του παρόντος νόμου οι όροι που χρησιμοποιούνται στις διατάξεις αυτού έχουν την ακόλουθη έννοια:

(α) Ανεξάρτητοι Διαχειριστές Μεταφοράς: Οι διαχειριστές που πιστοποιούνται κατά τα οριζόμενα στο Κεφάλαιο IV της Οδηγίας 2009/73/ΕΚ και στο Κεφάλαιο V της Οδηγίας 2009/72/ΕΚ.

(β) Ανεξάρτητοι Διαχειριστές Συστήματος: Οι διαχειριστές που πιστοποιούνται κατά τα οριζόμενα στα άρθρα 14 και 15 της Οδηγίας 2009/73/ΕΚ και στα άρθρα 13 και 14 της Οδηγίας 2009/72/ΕΚ.

(γ) Δημόσιος Τομέας: Ο κατά τα οριζόμενα στην παρ. 1 του άρθρου 14 του ν. 2190/1994 τομέας (Α’ 28).

(δ) Διασυνδεμένο Σύστημα: Το σύστημα που αποτελείται από αριθμό συστημάτων μεταφοράς και διανομής ηλεκτρικής ενέργειας ή Φυσικού Αερίου τα οποία συνδέονται μεταξύ τους με μία ή περισσότερες διασυνδέσεις.

(ε) Διαχειριστής Συστήματος Ενέργειας: Τα νομικά πρόσωπα που ασκούν, κατά τις διατάξεις του παρόντος νόμου, καθήκοντα Διαχειριστή του ΕΣΦΑ, ή Διαχειριστή του ΑΣΦΑ ή Διαχειριστή του Συστήματος Μεταφοράς Ηλεκτρικής Ενέργειας.

(στ) Διαχειριστής Δικτύου Διανομής: Τα νομικά πρόσωπα που ασκούν, κατά τις διατάξεις του παρόντος νόμου, καθήκοντα Διαχειριστή Δικτύου Διανομής ηλεκτρικής ενέργειας, ή Φυσικού Αερίου, περιλαμβανομένων των Διαχειριστών των Κλειστών Δικτύων Διανομής ηλεκτρικής ενέργειας ή Φυσικού Αερίου.

(ζ) Έλεγχος: Δικαιώματα, συμβάσεις ή άλλα μέσα που, είτε μεμονωμένα είτε σε συνδυασμό με άλλα, και λαμβανομένων υπόψη των σχετικών πραγματικών ή νομικών συνθηκών, παρέχουν τη δυνατότητα άσκησης καθοριστικής επιρροής της δραστηριότητας μιας επιχείρησης, και ιδίως μέσω:

(αα) δικαιωμάτων κυριότητας ή χρήσης επί του συνόλου ή μέρους των περιουσιακών στοιχείων της επιχείρησης,

(ββ) δικαιωμάτων ή συμβάσεων που παρέχουν δυνατότητα καθοριστικής επιρροής επί της σύνθεσης, της ψηφοφορίας ή των αποφάσεων των οργάνων μιας επιχείρησης.

(η) Ενεργειακή Δραστηριότητα: Η Παραγωγή, Μεταφορά, Διανομή και Προμήθεια Ηλεκτρικής Ενέργειας ή Φυσικού Αερίου, καθώς και η Χρήση Εγκατάστασης Υγροποιημένου Φυσικού Αερίου και η Χρήση Εγκατάστασης Αποθήκευσης Φυσικού Αερίου.

(θ) Ενεργειακή Πενία: Η κατάσταση των καταναλωτών, κατά την οποία, αυτοί ευρίσκονται σε δυσχερή θέση, λόγω του χαμηλού εισοδήματός τους, όπως αυτό προκύπτει από τις φορολογικές τους δηλώσεις, σε συνδυασμό με την επαγγελματική τους κατάσταση, την οικογενειακή τους κατάσταση και ειδικών καταστάσεων υγείας, να καλύψουν τις δαπάνες για τις εύλογες ανάγκες εφοδιασμού τους σε ηλεκτρική ενέργεια ή Φυσικό Αέριο, καθώς οι δαπάνες αυτές αποτελούν σημαντικό ποσοστό του διαθέσιμου εισοδήματός τους.

(ι) Ευάλωτοι Πελάτες: Οι Καταναλωτές που εντάσσονται στις κατηγορίες πελατών που περιγράφονται στο άρθρο 52 του παρόντος.

(ια) Κέντρα Διανομής ηλεκτρικής ενέργειας (Κ/Δ): Οι κλειστού τύπου (εντός κτιρίου) υποσταθμοί υποβιβασμού της τάσης από υψηλή σε μέση σε εντός σχεδίου περιοχές και γενικώς σε οικιστικές περιοχές, καθώς και σε κάθε άλλου είδους πολεοδομικό ιστό, των οποίων η σύνδεση με τα δίκτυα υψηλής τάσης και μέσης τάσης είναι αμιγώς υπόγεια.

(ιβ) Κλειστά Δίκτυα Διανομής Ενέργειας: Το Δίκτυο Διεθνούς Αερολιμένα Αθηνών και τα δίκτυα διανομής που ορίζονται με το άρθρο 131.

(ιγ) Σύστημα Μεταφοράς: Τα Συστήματα Μεταφοράς ηλεκτρικής ενέργειας και τα Συστήματα Μεταφοράς Φυσικού Αερίου περιλαμβανομένων των Ανεξάρτητων Συστημάτων Φυσικού Αερίου (ΑΣΦΑ).

(ιδ) Πελάτης ή Καταναλωτής: Ο Πελάτης Φυσικού Αερίου, περιλαμβανομένων των ΕΠΑ ή/και ο Πελάτης ηλεκτρικής ενέργειας, εξαιρουμένων των Διαχειριστών Συστημάτων και Δικτύων Διανομής Φυσικού Αερίου και Διαχειριστών Συστημάτων Μεταφοράς ή Δικτύων Διανομής Ηλεκτρικής Ενέργειας. Για τους σκοπούς αυτού του νόμου οι πελάτες διακρίνονται σε πελάτες χονδρικής και σε τελικούς πελάτες, σε επιλέγοντες και μη επιλέγοντες και σε οικιακούς και μη οικιακούς.

(ιε) Πελάτης χονδρικής: Το φυσικό ή νομικό πρόσωπο που προμηθεύεται Φυσικό Αέριο ή ηλεκτρική ενέργεια με σκοπό τη μεταπώλησή τους εντός ή εκτός του συστήματος όπου είναι εγκατεστημένο.

(ιστ) Τελικός Πελάτης: Το φυσικό ή νομικό πρόσωπο που αγοράζει Φυσικό Αέριο ή ηλεκτρική ενέργεια αποκλειστικά για δική του χρήση.

(ιζ) Οικιακός Πελάτης: Ο Πελάτης που αγοράζει Φυσικό Αέριο ή ηλεκτρική ενέργεια για δική του οικιακή κατανάλωση, αποκλειομένων των εμπορικών ή επαγγελματικών δραστηριοτήτων.

(ιη) Μη Οικιακός Πελάτης: Ο Πελάτης που αγοράζει Φυσικό Αέριο ή ηλεκτρική ενέργεια, η οποία δεν προορίζεται για τη δική του οικιακή χρήση, συμπεριλαμβανομένων των πελατών χονδρικής και των παραγωγών ηλεκτρικής ενέργειας.

(ιθ) Επιλέγων Πελάτης: Ο Πελάτης που δικαιούται να επιλέγει Προμηθευτή ή αγοράζει απευθείας Φυσικό Αέριο ή ηλεκτρική ενέργεια, κατά τις διατάξεις του παρόντος.

(κ) Προγράμματα Ανάπτυξης: Τα δεκαετή προγράμματα ανάπτυξης των δικτύων μεταφοράς Φυσικού Αερίου και ηλεκτρικής ενέργειας που καταρτίζονται σύμφωνα με τις διατάξεις των άρθρων 69 και 108.

(κα) Προμήθεια: Η πώληση, περιλαμβανομένης της μεταπώλησης, Φυσικού Αερίου (περιλαμβανομένου του ΥΦΑ) και ηλεκτρικής ενέργειας σε Πελάτες.

(κβ) Προμηθευτής: Το φυσικό και νομικό πρόσωπο που ασκεί δραστηριότητα Προμήθειας Φυσικού Αερίου ή και Ηλεκτρικής Ενέργειας.

(κγ) Τιμολόγια Μη Ανταγωνιστικών Δραστηριοτήτων: Τα τιμολόγια για τη χρέωση των Βασικών Δραστηριοτήτων Φυσικού Αερίου και τα τιμολόγια για τη χρέωση χρήσης του Συστήματος Μεταφοράς και του Δικτύου Διανομής Ηλεκτρικής Ενέργειας.

(κδ) Υπεύθυνος Συμμόρφωσης: Το φυσικό ή νομικό πρόσωπο που διορίζεται για τον έλεγχο συμμόρφωσης του οικείου Διαχειριστή προς το πρόγραμμα συμμόρφωσης, όταν και όπου αυτό απαιτείται σύμφωνα με τις διατάξεις του παρόντος.

(κε) Ασφάλεια: νοείται, τόσο η ασφάλεια του εφοδιασμού και της παροχής Φυσικού Αερίου και ηλεκτρικής ενέργειας, όσο και η τεχνική ασφάλεια.

(κστ) Συνδεδεμένες Επιχειρήσεις: είναι οι επιχειρήσεις κατά την έννοια της παρ. 5 του άρθρου 42ε του κ.ν. 2190/1920 (Α’ 37).

2. Ορισμοί που αναφέρονται ιδίως στο Φυσικό Αέριο:

(α) Ανεξάρτητο Σύστημα Φυσικού Αερίου (ΑΣΦΑ): Σύστημα Φυσικού Αερίου που δεν εντάσσεται στο Εθνικό Σύστημα Φυσικού Αερίου (ΕΣΦΑ) ανεξαρτήτως διασύνδεσης με το Σύστημα αυτό.

(β) Ανώτερη Θερμογόνος Δύναμη (ΑΘΔ): Η ποσότητα θερμότητας που παράγεται από την πλήρη στοιχειομετρική καύση, με αέρα, ενός (1) κανονικού κυβικού μέτρου Φυσικού Αερίου σε σταθερή απόλυτη πίεση 1,01325 bar, όταν η αρχική θερμοκρασία του καυσίμου μίγματος και η τελική θερμοκρασία των προϊόντων της καύσης θεωρείται ότι είναι μηδέν (0) βαθμοί Κελσίου και το παραγόμενο, κατά την καύση, νερό βρίσκεται συμπυκνωμένο στην υγρή κατάσταση. Ως κανονικό κυβικό μέτρο νοείται η ποσότητα μάζας Φυσικού Αερίου που, υπό συνθήκες απόλυτης πίεσης 1,01325 bar και θερμοκρασίας μηδέν (0) βαθμών Κελσίου, καταλαμβάνει όγκο ενός (1) κυβικού μέτρου.

(γ) Απευθείας Γραμμή: Αγωγός Φυσικού Αερίου, συμπληρωματικός του ΕΣΦΑ ή άλλου ΑΣΦΑ, τον οποίο κατασκευάζουν οι Επιχειρήσεις Φυσικού Αερίου για τον εφοδιασμό των Επιλεγόντων Πελατών τους ή οι Επιλέγοντες Πελάτες για τον εφοδιασμό τους από Επιχειρήσεις Φυσικού Αερίου και ο οποίος δεν εντάσσεται στο ΕΣΦΑ ή σε άλλον ΑΣΦΑ. Οι Απευθείας Γραμμές αποτελούν ΑΣΦΑ και μπορούν να τροφοδοτούνται από το ΕΣΦΑ, από άλλο ΑΣΦΑ ή από Σύστημα Φυσικού Αερίου άλλης χώρας.

(δ) Βασικές Δραστηριότητες Φυσικού Αερίου: Η παροχή υπηρεσιών Μεταφοράς Φυσικού Αερίου, Διανομής Φυσικού Αερίου, Εγκατάστασης ΥΦΑ και Εγκατάστασης Αποθήκευσης Φυσικού Αερίου.

(ε) Διανομή Φυσικού Αερίου: Η διοχέτευση Φυσικού Αερίου μέσω αγωγών, εκτός των αγωγών πίεσης σχεδιασμού άνω των 19 barg, με σκοπό την τροφοδότηση Πελατών, μη συμπεριλαμβανομένης της Προμήθειας.

(στ) Διαχειριστής ΑΣΦΑ: Ο κάτοχος Άδειας Διαχείρισης ΑΣΦΑ.

(ζ) Διαχειριστής Εθνικού Συστήματος Φυσικού Αερίου ΑΕ (ΔΕΣΦΑ ΑΕ): Ο Διαχειριστής του ΕΣΦΑ, σύμφωνα με τα προβλεπόμενα στην παράγραφο 3 του άρθρου 67.

(η) Διαχωρισμένος Διαχειριστής Συστήματος Μεταφοράς Φυσικού Αερίου: Ο Διαχειριστής Συστήματος Μεταφοράς Φυσικού Αερίου που πληροί τις προϋποθέσεις του άρθρου 62 του παρόντος.

(θ) Δίκτυο Διανομής: Οι αγωγοί, οι εγκαταστάσεις αποσυμπίεσης και μετρήσεων και ο εξοπλισμός και οι εγκαταστάσεις ελέγχου και συντήρησης που προορίζονται για Διανομή ή που απαιτούνται για τη διοχέτευση του Φυσικού Αερίου από Σύστημα Μεταφοράς προς τις εγκαταστάσεις καταναλωτών.

(ι) Εγκατάσταση Αποθήκευσης: Εγκατάσταση που χρησιμοποιείται για την αποθήκευση Φυσικού Αερίου. Ως Εγκαταστάσεις Αποθήκευσης θεωρούνται και τα τμήματα των Εγκαταστάσεων ΥΦΑ που χρησιμοποιούνται για αποθήκευση, εξαιρουμένου του μέρους αυτών που χρησιμοποιείται για προσωρινή αποθήκευση, επαναεριοποίηση του ΥΦΑ και έγχυσή του σε Σύστημα Μεταφοράς Φυσικού Αερίου. Δεν περιλαμβάνονται εγκαταστάσεις που χρησιμοποιεί ο Διαχειριστής Συστήματος Φυσικού Αερίου αποκλειστικά για την άσκηση των καθηκόντων του.

(ια) Εγκατάσταση Υγροποιημένου Φυσικού Αερίου (ΥΦΑ): Σταθμός που χρησιμοποιείται για την εισαγωγή, εκφόρτωση και αεριοποίηση του ΥΦΑ και για την υγροποίηση Φυσικού Αερίου, συμπεριλαμβανομένων των βοηθητικών υπηρεσιών και της προσωρινής αποθήκευσης, που είναι αναγκαία για την επαναεριοποίησή του και την έγχυσή του σε Σύστημα Μεταφοράς Φυσικού Αερίου. Δεν περιλαμβάνονται τα τμήματα της εγκατάστασης που χρησιμοποιούνται αποκλειστικά για αποθήκευση.

(ιβ) Εθνικό Σύστημα Φυσικού Αερίου (ΕΣΦΑ): Το Σύστημα Φυσικού Αερίου που ορίζεται σύμφωνα με τις διατάξεις του άρθρου 67 του παρόντος.

(ιγ) Εταιρείες Παροχής Αερίου (ΕΠΑ): Οι εταιρείες που συστήνονται σύμφωνα με τις διατάξεις της παραγράφου

6 του άρθρου 4 του ν. 2364/1995 (Α’ 252), όπως ισχύει.

(ιδ) Επιχείρηση Φυσικού Αερίου: Το φυσικό ή νομικό πρόσωπο που ασκεί τουλάχιστον μία από τις ακόλουθες δραστηριότητες: Παραγωγής, Μεταφοράς, Διανομής, Προμήθειας, Αγοράς, Αποθήκευσης Φυσικού Αερίου, ή προσωρινής αποθήκευσης και επαναεριοποίησης ΥΦΑ και είναι υπεύθυνο για τα εμπορικά και τεχνικά καθήκοντα ή / και τα καθήκοντα συντήρησης τα σχετικά

με τις δραστηριότητες αυτές. Στον ορισμό αυτόν δεν περιλαμβάνονται οι Πελάτες που αγοράζουν Φυσικό Αέριο για δική τους χρήση.

(ιε) Κάθετα Ολοκληρωμένη Επιχείρηση Φυσικού Αερίου: Επιχείρηση Φυσικού Αερίου ή όμιλος επιχειρήσεων Φυσικού Αερίου, όπου:

(αα) το ίδιο πρόσωπο ή τα ίδια πρόσωπα δικαιούνται, άμεσα ή έμμεσα, να ασκούν τον Έλεγχο, και

(ββ) η εν λόγω επιχείρηση ή ο όμιλος επιχειρήσεων ασκούν τουλάχιστον μία από τις δραστηριότητες Μεταφοράς, Διανομής, ΥΦΑ και αποθήκευσης και τουλάχιστον μία από τις δραστηριότητες παραγωγής ή Προμήθειας Φυσικού Αερίου.

(ιστ) Λειτουργός της ΕΑΦΑ: Το νομικό πρόσωπο που είναι αρμόδιο για την οργάνωση και λειτουργία της Ενιαίας Αγοράς Φυσικού Αερίου (ΕΑΦΑ) όπως αυτή ορίζεται στο άρθρο 86.

(ιζ) Μεγάλος Πελάτης: Πελάτης, ο οποίος προμηθεύεται εντός χρονικού διαστήματος δώδεκα (12) διαδοχικών μηνών, ποσότητα τουλάχιστον 100.000 ΜWh ΑΘΔ, ανάθεση κατανάλωσης, σύμφωνα με τις διατάξεις της παραγράφου 2 του άρθρου 82.

(ιη) Μεταφορά Φυσικού Αερίου: Η διοχέτευση Φυσικού Αερίου μέσω δικτύου αγωγών πίεσης σχεδιασμού άνω των 19 barg με σκοπό την παροχή Φυσικού Αερίου σε Πελάτες, μη συμπεριλαμβανομένης της Προμήθειας.

(ιθ) Ολοκληρωμένη Επιχείρηση Φυσικού Αερίου: Η επιχείρηση που είναι Κάθετα ή Οριζόντια Ολοκληρωμένη.

(κ) Οριζόντια Ολοκληρωμένη Επιχείρηση Φυσικού Αερίου: Επιχείρηση που ασκεί τουλάχιστον μία από τις δραστηριότητες παραγωγής, Μεταφοράς, Διανομής, Προμήθειας, Αποθήκευσης Φυσικού Αερίου ή προσωρινής αποθήκευσης και επαναεριοποίησης ΥΦΑ και (τουλάχιστον) μία άλλη (επιχειρηματική) δραστηριότητα εκτός του τομέα του Φυσικού Αερίου.

(κα) Ποσότητα Φυσικού Αερίου: Η ποσότητα του Φυσικού Αερίου που μετράται σε μεγαβατώρες (MWh) ΑΘΔ, εκτός εάν προσδιορίζεται διαφορετικά.

(κβ) Προμηθευτής: Το φυσικό ή νομικό πρόσωπο που ασκεί νόμιμα τη δραστηριότητα Προμήθειας Φυσικού Αερίου κατά τις διατάξεις του άρθρου 81 του παρόντος.

(κγ) Σύστημα Μεταφοράς Φυσικού Αερίου: Οι αγωγοί και οι κλάδοι πίεσης σχεδιασμού άνω των 19 barg, οι εγκαταστάσεις μετρήσεων, συμπίεσης και αποσυμπίεσης, ο εξοπλισμός και οι εγκαταστάσεις ελέγχου και συντήρησης, που απαιτούνται για τη μεταφορά Φυσικού Αερίου από τα σημεία έγχυσης προς άλλο Σύστημα Φυσικού Αερίου, Δίκτυο Διανομής ή εγκαταστάσεις Πελατών.

(κδ) Σύστημα Φυσικού Αερίου: Τα Συστήματα Μεταφοράς, οι Εγκαταστάσεις ΥΦΑ, οι Εγκαταστάσεις Αποθήκευσης και οι εγκαταστάσεις παραλαβής συμπιεσμένου Φυσικού Αερίου, περιλαμβανομένου του εξοπλισμού και των εγκαταστάσεων ελέγχου.

(κε) Φυσικό Αέριο: Το καύσιμο αέριο που εξάγεται από γεωλογικούς σχηματισμούς και αποτελείται κυρίως από μεθάνιο (τουλάχιστον 75% σε αναλογία γραμμομορίων) και από υδρογονάνθρακες υψηλότερου μοριακού βάρους και ενδεχομένως από μικρές ποσότητες αζώτου, διοξειδίου του άνθρακα, οξυγόνου και ίχνη άλλων ενώσεων και στοιχείων, στο οποίο μπορεί να έχουν προστεθεί και οσμητικές ουσίες. Ως Φυσικό Αέριο νοείται το ανωτέρω μίγμα σε οποιαδήποτε κατάσταση και αν περιέλθει, με μεταβολή των φυσικών συνθηκών, όπως συμπίεση, ψύξη ή οποιαδήποτε άλλη μεταβολή, συμπεριλαμβανομένης της υγροποίησης (Υγροποιημένο Φυσικό Αέριο − ΥΦΑ).

(κστ) Χρήστης: Το φυσικό ή νομικό πρόσωπο το οποίο δικαιούται να συνάπτει συμβάσεις για τη χρήση Συστήματος Φυσικού Αερίου.

3. Ορισμοί που αναφέρονται ιδίως στην ηλεκτρική ενέργεια:

(α) Αποκεντρωμένη Παραγωγή: Η παραγωγή ηλεκτρικής ενέργειας από μονάδες παραγωγής που συνδέονται στο δίκτυο διανομής.

(β) Ανανεώσιμες Πηγές Ενέργειας (Α.Π.Ε.): Οι μη ορυκτές ανανεώσιμες πηγές ενέργειας, όπως η αιολική ενέργεια, η ηλιακή ενέργεια, η ενέργεια κυμάτων, η παλιρροϊκή ενέργεια, η βιομάζα, τα αέρια που εκλύονται από χώρους υγειονομικής ταφής και από εγκαταστάσεις βιολογικού καθαρισμού, τα βιοαέρια, η γεωθερμική ενέργεια, η υδραυλική ενέργεια που αξιοποιείται από υδροηλεκτρικούς σταθμούς.

(γ) Απευθείας γραμμή: είτε η γραμμή ηλεκτρικής ενέργειας, η οποία συνδέει μια απομονωμένη μονάδα παραγωγής με έναν απομονωμένο πελάτη είτε η γραμμή ηλεκτρικής ενέργειας η οποία συνδέει έναν παραγωγό ηλεκτρικής ενέργειας με μία επιχείρηση προμήθειας ηλεκτρικής ενεργείας, η οποία προμηθεύει απευθείας τις δικές της εγκαταστάσεις, θυγατρικές επιχειρήσεις και επιλέγοντες Πελάτες. Οι απευθείας γραμμές δεν εντάσσονται στο Σύστημα Μεταφοράς ή στο Δίκτυο Διανομής.

(δ) Απομονωμένο Μικροδίκτυο: είναι το σύστημα ηλεκτρικής ενέργειας κάθε Μη Διασυνδεδεμένου Νησιού το οποίο είχε κατά το έτος 1996 συνολική ετήσια κατανάλωση ενέργειας μικρότερη των 500 GWh.

(ε) Αυτοπαραγωγός: είναι ο παραγωγός, ο οποίος παράγει ηλεκτρική ενέργεια κυρίως για δική του χρήση και διοχετεύει τυχόν πλεόνασμα της ενέργειας αυτής στο σύστημα μεταφοράς ή στο δίκτυο διανομής.

(στ) Διαδικασία πρόσκλησης προς υποβολή προσφορών: η διαδικασία με την οποία καλύπτονται προγραμματισμένες πρόσθετες ανάγκες και ανάγκες αντικατάστασης δυναμικού με προμήθειες από νέες ή υπάρχουσες εγκαταστάσεις παραγωγής.

(ζ) Διανομή ηλεκτρικής ενέργειας: η μεταφορά μέσω δικτύου διανομής υψηλής, σε περίπτωση που έχει ειδικά καθορισθεί ότι ανήκουν στο δίκτυο διανομής, μέσης και χαμηλής τάσης της ηλεκτρικής ενεργείας που εγχέεται σε αυτό από το διασυνδεδεμένο με αυτό σύστημα μεταφοράς και τις μονάδες παραγωγής που συνδέονται άμεσα στο δίκτυο διανομής με σκοπό την παράδοσή της σε πελάτες, μη συμπεριλαμβανομένης όμως της προμήθειας.

(η) διασυνδεδεμένο σύστημα ηλεκτρικής ενέργειας: ένα σύνολο συστημάτων μεταφοράς και δικτύων διανομής ηλεκτρικής ενέργειας τα οποία συνδέονται μεταξύ τους με μία ή περισσότερες διασυνδέσεις.

(θ) διασύνδεση: είναι οι γραμμές, οι εγκαταστάσεις και οι μετρητές που χρησιμοποιούνται για τη μεταφορά ηλεκτρικής ενέργειας μέσω του Ελληνικού Συστήματος Μεταφοράς από ή προς την Ελληνική Επικράτεια, καθώς και με το Δίκτυο Διανομής.

(ι) Διαχειριστής δικτύου διανομής: κάθε φυσικό ή νομικό πρόσωπο, το οποίο είναι υπεύθυνο για τη λειτουργία, τη συντήρηση, την παροχή πρόσβασης σε πελάτες και παραγωγούς που συνδέονται σε αυτό και, αν είναι αναγκαίο, την ανάπτυξη του δικτύου διανομής σε μία δεδομένη περιοχή και, κατά περίπτωση, των διασυνδέσεών του με άλλα δίκτυα διανομής και συστήματα μεταφοράς, και για τη μακροπρόθεσμη ικανότητα του δικτύου να ανταποκρίνεται στην εύλογη ζήτηση υπηρεσιών διανομής ηλεκτρικής ενέργειας.

(ια) Διαχειριστής συστήματος μεταφοράς: κάθε φυσικό ή νομικό πρόσωπο, το οποίο είναι υπεύθυνο για τη λειτουργία, τη συντήρηση και, αν είναι αναγκαίο, την ανάπτυξη του συστήματος μεταφοράς σε μία δεδομένη περιοχή και, κατά περίπτωση, των διασυνδέσεών του με άλλα συστήματα, και για την μακροπρόθεσμη ικανότητα του συστήματος να ανταποκρίνεται στην εύλογη ζήτηση υπηρεσιών μεταφοράς ηλεκτρικής ενέργειας.

(ιβ) Δίκτυο του Διεθνούς Αερολιμένα Αθηνών: Οι γραμμές διανομής μέσης και χαμηλής τάσης και οι εγκαταστάσεις διανομής ηλεκτρικής ενέργειας που βρίσκονται εντός των ορίων του ακινήτου που περιγράφεται στις διατάξεις του Άρθρου Πρώτου του ν. 2338/1995 (Α’ 202) και οι οποίες, σύμφωνα με τις διατάξεις του ίδιου νόμου κατασκευάζονται, αναπτύσσονται και τίθενται σε λειτουργία από την εταιρεία ‘Διεθνής Αερολιμένας Αθηνών ΑΕ’, καθώς και οι μελλοντικές επεκτάσεις αυτών εντός διανομής της ίδιας έκτασης, αποτελούν το Δίκτυο του Διεθνούς Αερολιμένα Αθηνών (Δίκτυο ΔΑΑ) και δεν εντάσσονται στο Δίκτυο, κατά την έννοια του άρθρου 2 του ν. 2773/1999.

(ιγ) Δραστηριότητα Ηλεκτρικής Ενέργειας: είναι καθεμία από τις επιχειρηματικές δραστηριότητες παραγωγής, Μεταφοράς, Διανομής, Προμήθειας και Αγοράς ηλεκτρικής ενέργειας.

(ιδ) Ελληνικό Δίκτυο Διανομής Ηλεκτρικής Ενέργειας (ΕΔΔΗΕ): είναι το δίκτυο διανομής ηλεκτρικής ενέργειας της ΔΕΗ ΑΕ που είναι εγκατεστημένο στην Ελληνική Επικράτεια, το οποίο αποτελείται από γραμμές μέσης και χαμηλής τάσης και εγκαταστάσεις διανομής ηλεκτρικής ενέργειας, καθώς και από γραμμές και εγκαταστάσεις υψηλής τάσης που έχουν ενταχθεί στο δίκτυο αυτό. Το Δίκτυο, εκτός από το δίκτυο των Μη Διασυνδεδεμένων Νησιών, συνδέεται στο ΕΣΜΗΕ μέσω των υποσταθμών υψηλής τάσης και μέσης τάσης (ΥΤ/ΜΤ). Όριο μεταξύ Συστήματος και Δικτύου αποτελεί το διακοπτικό μέσο που βρίσκεται στην πλευρά της ΥΤ του μετασχηματιστή ισχύος του υποσταθμού και το οποίο αποτελεί στοιχείο του Δικτύου. Για τις περιοχές, στο δίκτυο διανομής των οποίων ανήκουν γραμμές ΥΤ, το όριο μεταξύ συστήματος και δικτύου διανομής καθορίζεται με απόφαση της ΡΑΕ, μετά από εισήγηση των Διαχειριστών του ΕΣΜΗΕ και του ΕΔΔΗΕ και γνώμη των Κυρίων του ΕΣΜΗΕ και του ΕΔΔΗΕ.

(ιε) Ελληνικό Σύστημα Μεταφοράς Ηλεκτρικής Ενέργειας (ΕΣΜΗΕ): είναι οι γραμμές υψηλής τάσης, οι εγκατεστημένες στην Ελληνική Επικράτεια διασυνδέσεις, χερσαίες ή θαλάσσιες και όλες οι εγκαταστάσεις, εξοπλισμός και εγκαταστάσεις ελέγχου που απαιτούνται για την ομαλή, ασφαλή και αδιάλειπτη διακίνηση ηλεκτρικής ενέργειας από έναν σταθμό παραγωγής σε έναν υποσταθμό, από έναν υποσταθμό σε έναν άλλο ή προς ή από οποιαδήποτε διασύνδεση. Τα έργα διασύνδεσης Μη Διασυνδεδεμένων Νησιών με το ΕΣΜΗΕ εντάσσονται στο ΕΣΜΗΕ. Στο Σύστημα Μεταφοράς δεν περιλαμβάνονται οι εγκαταστάσεις παραγωγής ηλεκτρικής ενέργειας, οι γραμμές και εγκαταστάσεις υψηλής τάσης που έχουν ενταχθεί στο Δίκτυο Διανομής, καθώς και τα δίκτυα των μη Διασυνδεδεμένων Νησιών.

(ιστ) Ενεργειακή αποδοτικότητα/διαχείριση της ζήτησης: η συνολική ή ολοκληρωμένη προσέγγιση στόχος της οποίας είναι να επηρεάσει την ποσότητα και το χρονικό προγραμματισμό της κατανάλωσης ηλεκτρικής ενεργείας με σκοπό τη μείωση της κατανάλωσης πρωτογενούς ενεργείας και των φορτίων αιχμής, δίνοντας το προβάδισμα στις επενδύσεις για μέτρα ενεργειακής αποδοτικότητας ή άλλα μέτρα όπως οι συμβάσεις προμήθειας με δικαίωμα διακοπής, έναντι των επενδύσεων για την αύξηση του δυναμικού παραγωγής, εάν οι πρώτες από τις προαναφερόμενες επενδύσεις αποτελούν την αποτελεσματικότερη και οικονομικότερη εναλλακτική λύση, λαμβανομένων υπόψη του θετικού περιβαλλοντικού αντικτύπου που προκύπτει από τη μειωμένη κατανάλωση ενεργείας και των συναφών πτυχών της ασφάλειας του εφοδιασμού και του κόστους διανομής.

(ιζ) Επικουρική υπηρεσία: κάθε υπηρεσία που είναι αναγκαία για τη διαχείριση συστήματος μεταφοράς ή δικτύου διανομής, όπως η ρύθμιση της τάσης, η ρύθμιση της συχνότητας, η παροχή εφεδρειών, η παροχή αέργου ισχύος, η επανεκκίνηση του Συστήματος Μεταφοράς, μετά από διακοπή και η παρακολούθηση της διακύμανσης του φορτίου.

(ιη) Επιχείρηση ηλεκτρικής ενεργείας: το φυσικό ή νομικό πρόσωπο που ασκεί τουλάχιστον μία από τις ακόλουθες δραστηριότητες: παραγωγή, μεταφορά, διανομή, προμήθεια, ή αγορά ηλεκτρικής ενεργείας και είναι υπεύθυνο για τα εμπορικά και τεχνικά καθήκοντα ή /και τα καθήκοντα συντήρησης τα σχετικά με τις δραστηριότητες αυτές. Στον ορισμό αυτόν δεν περιλαμβάνονται οι τελικοί πελάτες.

(ιθ) Κάθετα Ολοκληρωμένη Επιχείρηση ηλεκτρικής ενεργείας: η επιχείρηση ηλεκτρικής ενέργειας ή όμιλος επιχειρήσεων ηλεκτρικής ενέργειας, στον οποίο το ίδιο πρόσωπο ή πρόσωπα δικαιούνται, άμεσα ή έμμεσα, να ασκούν τον Έλεγχο, και όπου η εν λόγω επιχείρηση ή ο όμιλος επιχειρήσεων ασκούν τουλάχιστον μία από τις δραστηριότητες μεταφοράς ή διανομής, και τουλάχιστον μία από τις δραστηριότητες παραγωγής ή προμήθειας ηλεκτρικής ενέργειας.

(κ) Μακροπρόθεσμος προγραμματισμός: ο προγραμματισμός των επενδυτικών αναγκών όσον αφορά το δυναμικό παραγωγής, μεταφοράς και διανομής σε μακροπρόθεσμη βάση, προκειμένου να καλύπτεται η ζήτηση ηλεκτρικής ενέργειας στο σύστημα και να εξασφαλίζεται ο εφοδιασμός των πελατών.

(κα) Μεταφορά ηλεκτρικής ενεργείας: η Μεταφορά μέσω συστήματος υπερυψηλής και υψηλής τάσης της ηλεκτρικής ενέργειας που παράγεται από μονάδες παραγωγής που συνδέονται άμεσα σε αυτό, καθώς και αυτής που εγχέεται σε αυτό μέσω των διασυνδέσεών του με όμορα συστήματα μεταφοράς με σκοπό την παροχή ηλεκτρικής ενέργειας σε τελικούς πελάτες άμεσα συνδεδεμένους στο σύστημα αυτό, σε όμορα συστήματα μεταφοράς με τα οποία διασυνδέεται και σε δίκτυα διανομής, μη συμπεριλαμβανομένης όμως της προμήθειας.

(κβ) Μη Διασυνδεδεμένα Νησιά: είναι τα νησιά της Ελληνικής Επικράτειας των οποίων το δίκτυο διανομής ηλεκτρικής ενέργειας δεν συνδέεται με το Σύστημα Μεταφοράς και το Δίκτυο Διανομής της ηπειρωτικής χώρας.

(κγ) Μικρό απομονωμένο σύστημα: είναι το σύστημα ηλεκτρικής ενέργειας κάθε Μη Διασυνδεδεμένου Νησιού το οποίο είχε κατά το έτος 1996 συνολική ετήσια κατανάλωση ενέργειας μικρότερη των 3000 GWh και το οποίο ποσοστό κάτω του 5 % της ετήσιας κατανάλωσης προέρχεται από διασύνδεση με άλλα συστήματα.

(κδ) Ολοκληρωμένη Επιχείρηση ηλεκτρικής ενέργειας: η επιχείρηση ηλεκτρικής ενέργειας που είναι κάθετα ή οριζόντια ολοκληρωμένη.

(κε) Οριζόντια Ολοκληρωμένη επιχείρηση: η επιχείρηση που ασκεί μία τουλάχιστον από τις δραστηριότητες παραγωγής με σκοπό την πώληση ή μεταφορά ή διανομή ή προμήθεια ηλεκτρικής ενεργείας, και μια δραστηριότητα εκτός του τομέα της ηλεκτρικής ενέργειας.

(κστ) Παράγωγο ηλεκτρικής ενεργείας: χρηματοπιστωτικό μέσο που προσδιορίζεται στα σημεία 5, 6 ή 7 του τμήματος Γ’ του παραρτήματος I της Οδηγίας 2004/39/ΕΚ του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου, της 21ης Απριλίου 2004, για τις αγορές χρηματοπιστωτικών μέσων [ΕΕL 145, 30.4.2004], όπου το μέσο αυτό σχετίζεται με την ηλεκτρική ενέργεια.

(κζ) Παραγωγός ηλεκτρικής ενέργειας: κάθε φυσικό ή νομικό πρόσωπο το οποίο παράγει ηλεκτρική ενέργεια.

(κη) Πρόσβαση: είναι η σύνδεση με το Σύστημα Μεταφοράς και το Δίκτυο Διανομής ηλεκτρικής ενέργειας και η χρήση αυτών.

(κθ) Σύμβαση Προμήθειας ηλεκτρικής ενεργείας: η σύμβαση για την προμήθεια ηλεκτρικής ενεργείας, μη συμπεριλαμβανομένου παραγώγου ηλεκτρικής ενέργειας.

(λ) Χρήστης συστήματος: το φυσικό ή νομικό πρόσωπο που τροφοδοτεί με ηλεκτρική ενέργεια ένα σύστημα μεταφοράς ή δίκτυο διανομής ή που τροφοδοτείται από ένα τέτοιο σύστημα ή δίκτυο.

4. Κατά τα λοιπά, για την εφαρμογή των διατάξεων του Τέταρτου Μέρους του παρόντος νόμου, ισχύουν οι ορισμοί των διατάξεων του ν. 2773/1999 (Α’ 286), όπως ισχύει, καθώς και των σχετικών διατάξεων της κείμενης νομοθεσίας και των κανονιστικών πράξεων που εκδίδονται κατ’ εξουσιοδότησή τους.

ΜΕΡΟΣ ΠΡΩΤΟ

ΡΥΘΜΙΣΤΙΚΗ ΑΡΧΗ ΕΝΕΡΓΕΙΑΣ (ΡΑΕ)

ΚΕΦΑΛΑΙΟ Α’

ΓΕΝΙΚΕΣ ΔΙΑΤΑΞΕΙΣ

Άρθρο 3

Κρατική εποπτεία και γενικές αρχές

1. Η άσκηση Ενεργειακών Δραστηριοτήτων τελεί υπό την εποπτεία του Κράτους, η οποία ασκείται από τον Υπουργό Περιβάλλοντος, Ενέργειας και Κλιματικής Αλλαγής και τη Ρυθμιστική Αρχή Ενέργειας (ΡΑΕ) στο πλαίσιο των αρμοδιοτήτων τους και του μακροχρόνιου ενεργειακού σχεδιασμού της χώρας. Ο μακροχρόνιος ενεργειακός σχεδιασμός λαμβάνει υπόψη του τα υπάρχοντα και πιθανολογούμενα ενεργειακά αποθέματα σε εθνικό, περιφερειακό και διεθνές επίπεδο, το διακοινοτικό πρόγραμμα ανάπτυξης των δικτύων ηλεκτρικής ενέργειας και Φυσικού Αερίου, τις τάσεις της διεθνούς αγοράς ενέργειας και αποσκοπεί:

(α) Στην ολοκλήρωση της ενιαίας ευρωπαϊκής εσωτερικής αγοράς ενέργειας μέσω της αύξησης του διασυνοριακού εμπορίου, ώστε να επιτευχθούν, ανταγωνιστικές τιμές, υψηλότερα πρότυπα παρεχόμενων υπηρεσιών, βελτίωση της αποδοτικότητας του τομέα και ταυτόχρονα να ενισχυθεί η ασφάλεια του εφοδιασμού και η αειφορία.

(β) Στην ασφάλεια του ενεργειακού εφοδιασμού της χώρας και την εφαρμογή βιώσιμης πολιτικής για την αντιμετώπιση της κλιματικής αλλαγής και την ενίσχυση της ανταγωνιστικότητας εντός της ενιαίας ευρωπαϊκής εσωτερικής αγοράς.

(γ) Στην προστασία του περιβάλλοντος, στο πλαίσιο και των διεθνών υποχρεώσεων της χώρας, συμπεριλαμβανομένης της παροχής των κατάλληλων οικονομικά αποτελεσματικών κινήτρων στους παραγωγούς για επενδύσεις σε νέες περισσότερο αποδοτικές και φιλικές προς το περιβάλλον τεχνολογίες παραγωγής ενέργειας και παραγωγής ηλεκτρικής ενέργειας από Ανανεώσιμες Πηγές Ενέργειας (ΑΠΕ) και μέσω Συμπαραγωγής Ηλεκτρισμού Θερμότητας Υψηλής Απόδοσης (ΣΗΘΥΑ), καθώς και της λήψης των κατάλληλων μέτρων για την ενθάρρυνση των καταναλωτών στην αποδοτικότερη χρήση της ενέργειας, υπό την προϋπόθεση ότι διασφαλίζεται η ασφάλεια του ενεργειακού εφοδιασμού.

(δ) Στην ισόρροπη περιφερειακή ανάπτυξη της χώρας, με κύριο στόχο την ενσωμάτωση των απομονωμένων δικτύων στο Διασυνδεδεμένο Σύστημα και τη δημιουργία μίας ενιαίας εθνικής και ευρωπαϊκής εσωτερικής αγοράς.

(ε) Στη βελτίωση της παραγωγικότητας και ανταγωνιστικότητας της εθνικής οικονομίας και την επίτευξη υγιούς ανταγωνισμού με στόχο τη μείωση του κόστους ενέργειας για το σύνολο των Χρηστών και Πελατών.

(στ) Στην καταπολέμηση της Ενεργειακής Πενίας με τη διαμόρφωση ενός Εθνικού Σχεδίου Δράσης.

Ο μακροχρόνιος ενεργειακός σχεδιασμός διαμορφώνεται σε δεκαετή κυλιόμενη βάση και προσλαμβάνει τη μορφή απόφασης του Υπουργού Περιβάλλοντος, Ενέργειας και Κλιματικής Αλλαγής, η οποία γνωστοποιείται στην αρμόδια Διαρκή Επιτροπή της Βουλής των Ελλήνων. Πριν από την έκδοση της σχετικής απόφασης, ο Υπουργός Περιβάλλοντος, Ενέργειας και Κλιματικής Αλλαγής ζητά τη γνώμη της ΡΑΕ και της Οικονομικής και Κοινωνικής Επιτροπής και δύναται να ζητήσει τη γνώμη των παραγωγικών φορέων και ειδικών επιστημόνων.

2. Το Κράτος μεριμνά για τον εκσυγχρονισμό και την ανάπτυξη όλων των δραστηριοτήτων του ενεργειακού τομέα, για την εξασφάλιση, υπό συνθήκες υγιούς ανταγωνισμού, της παροχής τεχνικά αξιόπιστης και οικονομικά προσιτής ενέργειας στους καταναλωτές, για την καταπολέμηση της Ενεργειακής Πενίας και για την εφαρμογή των κανόνων της απελευθέρωσης της αγοράς ηλεκτρικής ενέργειας και της αγοράς Φυσικού Αερίου.

3. Οι επιχειρήσεις που ασκούν Ενεργειακές Δραστηριότητες υποχρεούνται:

(α) Να ασκούν τη δραστηριότητά τους και να παρέχουν τις υπηρεσίες τους σύμφωνα με τις διατάξεις της κείμενης νομοθεσίας και τις πράξεις που εκδίδονται κατ’ εξουσιοδότησή της και τους όρους και τις προϋποθέσεις που περιλαμβάνονται στις άδειές τους.

(β) Να τηρούν τις αρχές της ίσης μεταχείρισης, της αμεροληψίας και της μη διάκρισης των Χρηστών και των Πελατών, ιδίως για τις υπηρεσίες που παρέχουν υπό καθεστώς αποκλειστικών δικαιωμάτων.

(γ) Να λειτουργούν και να παρέχουν τις υπηρεσίες τους κατά τρόπον ώστε να προάγεται ο υγιής ανταγωνισμός στην αγορά ενέργειας, εκπληρώνοντας τις υποχρεώσεις παροχής υπηρεσιών κοινής ωφέλειας που τους ανατίθενται.

(δ) Να ασκούν τη δραστηριότητά τους κατά τρόπο τέτοιο, ώστε να μη θίγονται τα δικαιώματα των Πελατών, όπως αυτά εξειδικεύονται με τις διατάξεις του παρόντος νόμου και με τις πράξεις που εκδίδονται κατ’ εξουσιοδότησή του.

(ε) Να παρέχουν υπηρεσίες ενεργειακής αποδοτικότητας κατ’ εφαρμογή των διατάξεων του ν. 3855/2010 (Α’ 95) και των πράξεων που εκδίδονται κατ’ εξουσιοδότησή του.

(στ) Να εφαρμόζουν τα μέτρα για την καταπολέμηση της Ενεργειακής Πενίας και την προστασία των Ευάλωτων Πελατών.

(ζ) Να παρέχουν στις αρμόδιες αρχές τις πληροφορίες που τους ζητούνται στο πλαίσιο της άσκησης των αρμοδιοτήτων τους, εντός των προθεσμιών που τίθενται με τις ειδικότερες διατάξεις του παρόντος νόμου και των πράξεων που εκδίδονται κατ’ εξουσιοδότησή του.

4. Ο Υπουργός Περιβάλλοντος, Ενέργειας και Κλιματικής Αλλαγής και η ΡΑΕ ασκούν τις αρμοδιότητες που τους ανατίθενται με τον παρόντα νόμο και τις πράξεις που εκδίδονται κατ’ εξουσιοδότησή του με τέτοιο τρόπο ώστε:

(α) Να προστατεύεται το φυσικό περιβάλλον από τις επιπτώσεις των Ενεργειακών Δραστηριοτήτων, να διασφαλίζεται η ενεργειακή αποδοτικότητα, η προστασία του κλίματος και η βιώσιμη και ισόρροπη ανάπτυξη.

(β) Να ικανοποιείται το σύνολο των ενεργειακών αναγκών της χώρας και να διαφυλάσσεται η ασφάλεια εφοδιασμού και το αδιάλειπτο της τροφοδοσίας σε ενέργεια, σύμφωνα με την οικονομικά βέλτιστη από τις διαθέσιμες τεχνολογίες.

(γ) Να ελέγχεται, αν οι κάτοχοι άδειας που δραστηριοποιούνται στην αγορά ενέργειας, μπορούν να χρηματοδοτούν τις δραστηριότητες για τις οποίες τους χορηγήθηκε άδεια.

(δ) Να προάγεται η εφαρμογή ενεργειακά αποδοτικών και οικονομικά αποτελεσματικών μεθόδων και πρακτικών από τους κατόχους αδειών, καθώς και η ενεργειακά αποδοτική και οικονομικά αποτελεσματική χρήση της ενέργειας που προμηθεύονται οι πελάτες.

(ε) Να προάγεται ο υγιής ανταγωνισμός στην αγορά ενέργειας και η εύρυθμη λειτουργία αυτής, σύμφωνα με το ισχύον εθνικό και ευρωπαϊκό δίκαιο.

(στ) Να προστατεύονται τα συμφέροντα των Πελατών και ιδιαίτερα των Ευάλωτων Πελατών, ιδίως σε σχέση με τις τιμές, τη διαφάνεια των τιμολογίων και των χρεώσεων, τους όρους προμήθειας ενέργειας, την ασφάλεια εφοδιασμού, την τακτική παροχή, την ποιότητα των παρεχόμενων υπηρεσιών παροχής ενέργειας και να ασκείται αποτελεσματικά το δικαίωμα των Πελατών να επιλέγουν Προμηθευτή.

(ζ) Να λαμβάνονται υπόψη οι δαπάνες στις οποίες προβαίνουν οι κάτοχοι άδειας για την έρευνα, ανάπτυξη και χρήση νέων τεχνικών, μεθόδων και διαδικασιών κατά την άσκηση των Ενεργειακών Δραστηριοτήτων.

(η) Να προστατεύεται το κοινό από κινδύνους που δημιουργούνται από τις Ενεργειακές Δραστηριότητες και να τηρούνται οι κανόνες υγιεινής και ασφάλειας όσων απασχολούνται στις δραστηριότητες αυτές.

(θ) Να υλοποιούνται τα μέτρα που θεσπίζονται με το Εθνικό Σχέδιο Δράσης για την καταπολέμηση της Ενεργειακής Πενίας σε συνεργασία με όλους τους εμπλεκόμενους φορείς, τόσο του δημοσίου τομέα, όσο και του ιδιωτικού.

ΚΕΦΑΛΑΙΟ Β’

ΟΡΓΑΝΩΣΗ ΚΑΙ ΛΕΙΤΟΥΡΓΙΑ ΤΗΣ ΡΥΘΜΙΣΤΙΚΗΣ ΑΡΧΗΣ ΕΝΕΡΓΕΙΑΣ (ΡΑΕ)

Άρθρο 4

1. Ο έλεγχος, η ρύθμιση και η εποπτεία της αγοράς ενέργειας, με την επιφύλαξη των αρμοδιοτήτων του Υπουργού Περιβάλλοντος, Ενέργειας και Κλιματικής Αλλαγής, ασκούνται από τη ΡΑΕ, η οποία συστάθηκε με το ν. 2773/1999 και αποτελεί την εθνική ρυθμιστική αρχή σε θέματα ηλεκτρικής ενέργειας και Φυσικού Αερίου, κατά την έννοια των Οδηγιών 2009/72/ΕΚ και 2009/73/ΕΚ.

2. Η ΡΑΕ ασκεί τις αρμοδιότητες που προβλέπονται στο Κεφάλαιο Γ’ του Πρώτου Μέρους και αυτές που της χορηγούνται επιπρόσθετα με τις διατάξεις του παρόντος νόμου σε άλλα σημεία του.

Άρθρο 5

Νομική φύση της ΡΑΕ

Η ΡΑΕ είναι ανεξάρτητη ρυθμιστική αρχή με έδρα την Αθήνα, έχει νομική προσωπικότητα και παρίσταται αυτοτελώς σε δίκες που έχουν ως αντικείμενο πράξεις ή παραλείψεις της ή έννομες σχέσεις που την αφορούν.

Η ΡΑΕ υπόκειται μόνο σε κοινοβουλευτικό και σε δικαστικό έλεγχο.

Άρθρο 6

Διοικητική και οικονομική αυτοτέλεια ΡΑΕ

1. Η ΡΑΕ έχει διοικητική και οικονομική αυτοτέλεια και δικό της προϋπολογισμό, κατά την εκτέλεση του οποίου διαθέτει πλήρη αυτονομία.

2. Ο προϋπολογισμός της ΡΑΕ προσαρτάται στον προϋπολογισμό του Υπουργείου Περιβάλλοντος, Ενέργειας και Κλιματικής Αλλαγής και η εκτέλεσή του παρακολουθείται από την Επιτροπή του Απολογισμού και του Γενικού Ισολογισμού του Κράτους και ελέγχου της εκτέλεσης του Προϋπολογισμού του Κράτους, όπως ορίζεται από τον Κανονισμό της Βουλής.

3. Η ΡΑΕ συντάσσει ετησίως, έως την 31η Μαρτίου κάθε έτους, έκθεση σχετικά με τη δραστηριότητά της και την εκπλήρωση των καθηκόντων της, απαριθμώντας τα μέτρα που ελήφθησαν και τα αποτελέσματα που επιτεύχθηκαν για καθένα από τα καθήκοντα και τις αρμοδιότητές της. Η έκθεση αυτή υποβάλλεται στη Βουλή των Ελλήνων, τον Υπουργό Περιβάλλοντος, Ενέργειας και Κλιματικής Αλλαγής, τον Οργανισμό Συνεργασίας Ρυθμιστικών Αρχών Ενέργειας και την Ευρωπαϊκή Επιτροπή. Επιπρόσθετα, η έκθεση αυτή δημοσιεύεται στην επίσημη ιστοσελίδα της ΡΑΕ. Στην ετήσια έκθεση πεπραγμένων της παρούσας παραγράφου περιλαμβάνεται και απολογισμός ως προς την εκτέλεση του προϋπολογισμού της.

4. Το Ελεγκτικό Συνέδριο διενεργεί τον κατασταλτικό έλεγχο των δαπανών της ΡΑΕ, σύμφωνα με τις οικείες διατάξεις.

Άρθρο 7

Σύνθεση της ΡΑΕ

1. Η ΡΑΕ απαρτίζεται από επτά (7) μέλη, στα οποία συμπεριλαμβάνονται ο Πρόεδρος και δύο (2) Αντιπρόεδροι, τα οποία διακρίνονται για την επιστημονική τους κατάρτιση και την επαγγελματική τους ικανότητα και διαθέτουν εξειδικευμένη εμπειρία σε θέματα αρμοδιότητας της ΡΑΕ, καθώς και εχέγγυα ανεξαρτησίας και αμεροληψίας.

2. Τα μέλη της ΡΑΕ επιλέγονται από τον Υπουργό Περιβάλλοντος, Ενέργειας και Κλιματικής Αλλαγής ύστερα από προκήρυξη που δημοσιεύεται σε τέσσερις (4), τουλάχιστον, ημερήσιες εφημερίδες πανελλήνιας κυκλοφορίας και προτείνονται στην Επιτροπή Θεσμών και Διαφάνειας της Βουλής των Ελλήνων για διορισμό. Η προκήρυξη δημοσιεύεται το αργότερο εξήντα (60) ημέρες πριν από την υποβολή της πρότασης του Υπουργού Περιβάλλοντος, Ενέργειας και Κλιματικής Αλλαγής προς την ως άνω Επιτροπή και καλεί τους ενδιαφερόμενους να υποβάλουν υποψηφιότητα μέσα σε συγκεκριμένο χρονικό διάστημα, όχι μικρότερο των τριάντα (30) ημερών. Ο αριθμός και τα στοιχεία των υποψηφίων, πλην όσων έχουν ρητώς αιτηθεί τη μη δημοσιοποίησή τους, καθώς και η πρόταση του Υπουργού Περιβάλλοντος, Ενέργειας και Κλιματικής Αλλαγής προς την Επιτροπή Θεσμών και Διαφάνειας για διορισμό, δημοσιεύονται

στην επίσημη ιστοσελίδα της ΡΑΕ. Η Επιτροπή γνωμοδοτεί επί της πρότασης εντός τριάντα (30) ημερών και η γνωμοδότηση αυτή αναρτάται στην επίσημη ιστοσελίδα της ΡΑΕ. Σε περίπτωση θετικής γνωμοδότησης της Επιτροπής, τα συγκεκριμένα τρία (3) μέλη που έχουν προταθεί από τον Υπουργό Περιβάλλοντος, Ενέργειας και Κλιματικής Αλλαγής για τις θέσεις του Προέδρου, του Α’ Αντιπροέδρου και του Β’ Αντιπροέδρου διορίζονται στην αντίστοιχη θέση με πράξη του Υπουργικού Συμβουλίου. Τα λοιπά μέλη για τα οποία έχει γνωμοδοτήσει θετικά η Επιτροπή Θεσμών και Διαφάνειας διορίζονται με απόφαση του Υπουργού Περιβάλλοντος, Ενέργειας και Κλιματικής Αλλαγής. Η διαδικασία επιλογής των μελών της ΡΑΕ της παρούσας παραγράφου εφαρμόζεται μετά τη λήξη της θητείας εκάστου εκ των εν ενεργεία, κατά τη θέση σε ισχύ του παρόντος νόμου, μελών της.

3. Η θητεία των μελών της ΡΑΕ είναι πενταετής. Κανένα μέλος της ΡΑΕ δεν μπορεί να υπηρετήσει για περισσότερες από δύο (2) θητείες. Κατά τη διάρκεια της θητείας τους τα μέλη της ΡΑΕ δεν ανακαλούνται. Εάν κατά τη διάρκεια της θητείας μέλους της ΡΑΕ κενωθεί για οποιονδήποτε λόγο η θέση του, διορίζεται, σύμφωνα με τη διαδικασία της παραγράφου 2, νέο μέλος για πλήρη θητεία, εφόσον μέχρι την κανονική λήξη της θητείας του μέλους του οποίου η θέση κενώθηκε υπολείπεται διάστημα μικρότερο των δύο (2) ετών. Σε κάθε άλλη περίπτωση, το νέο μέλος διορίζεται για το υπόλοιπο της θητείας του μέλους του οποίου η θέση κενώθηκε.

Η ΡΑΕ συνεχίζει να λειτουργεί, όχι όμως πέρα από ένα εξάμηνο, αν κάποια από τα μέλη της εκλείψουν ή αποχωρήσουν για οποιονδήποτε λόγο, εφόσον, κατά τις συνεδριάσεις της, τα λοιπά μέλη επαρκούν ώστε να υπάρχει απαρτία.

Άρθρο 8

Λειτουργία της ΡΑΕ

1. Η ΡΑΕ συνέρχεται σε συνεδρίαση μετά από πρόσκληση του Προέδρου της, όπως ορίζεται ειδικότερα στον Κανονισμό Εσωτερικής Λειτουργίας και Διαχείρισής της.

2. Η ΡΑΕ συνεδριάζει νομίμως εφόσον μετέχουν στη συνεδρίαση ο Πρόεδρος ή τουλάχιστον ένας εκ των Αντιπροέδρων ως προεδρεύων και τρία (3) τουλάχιστον μέλη, αποφασίζει δε κατά πλειοψηφία. Σε περίπτωση που θέμα της ημερήσιας διάταξης είναι η επιβολή κύρωσης, η ΡΑΕ συνεδριάζει νομίμως εφόσον μετέχουν στη συνεδρίαση τουλάχιστον πέντε (5) μέλη, συμπεριλαμβανομένου του Προέδρου ή ενός εκ των Αντιπροέδρων ως προεδρεύοντος.

3. Σε περίπτωση ισοψηφίας, υπερισχύει η ψήφος του Προέδρου ή, εάν αυτός απουσιάζει, του προεδρεύοντος Αντιπροέδρου, εκτός από τις περιπτώσεις που η λαμβανόμενη απόφαση συνεπάγεται την επιβολή διοικητικών κυρώσεων.

4. Κάθε άλλο ζήτημα σχετικό με τις συνεδριάσεις της ΡΑΕ ρυθμίζεται στον Κανονισμό Εσωτερικής Λειτουργίας και Διαχείρισής της.

Άρθρο 9

Αρμοδιότητες του Προέδρου της ΡΑΕ

1. Ο Πρόεδρος της ΡΑΕ εκπροσωπεί την Αρχή στις σχέσεις της με τις άλλες διοικητικές ή ανεξάρτητες αρχές και τους τρίτους, καθώς και ενώπιον των δικαστηρίων και έχει, δυνάμει του παρόντος νόμου, των κανονιστικών πράξεων που εκδίδονται κατ’ εξουσιοδότησή του και των αποφάσεων της ΡΑΕ, την ευθύνη της λειτουργίας αυτής, ασκεί δε τις προς τούτο αρμοδιότητες και ιδίως:

(α) Προΐσταται της Γραμματείας και όλων των υπηρεσιών της ΡΑΕ και διευθύνει το έργο τους.

(β) Είναι ο υπηρεσιακός και πειθαρχικός προϊστάμενος του προσωπικού που απασχολείται με οποιαδήποτε σχέση εργασίας στη Γραμματεία της ΡΑΕ.

(γ) Εκδίδει τις ατομικές πράξεις που αφορούν σε θέματα του προσωπικού της Γραμματείας της ΡΑΕ, εκτός από αυτές για τις οποίες αρμόδια είναι τα αντίστοιχα συμβούλια ή η ΡΑΕ.

(δ) Καθορίζει τα θέματα της ημερήσιας διάταξης και προεδρεύει στις συνεδριάσεις της ΡΑΕ.

(ε) Προβαίνει σε διαχειριστικές πράξεις για την εφαρμογή των αποφάσεων της ΡΑΕ και μπορεί να προβαίνει σε κατάρτιση συμβάσεων αξίας μέχρι του ποσού που εκάστοτε ορίζεται με απόφαση της ΡΑΕ.

(στ) Ασκεί κάθε άλλη αρμοδιότητα που του μεταβιβάζεται με απόφαση της ΡΑΕ, όπως ειδικότερα καθορίζεται στον κανονισμό λειτουργίας της.

Σε περίπτωση κωλύματος ή απουσίας του Προέδρου της ΡΑΕ, αυτός αναπληρώνεται από τον Α’ Αντιπρόεδρο και, σε περίπτωση κωλύματος ή απουσίας αυτού, από τον Β’ Αντιπρόεδρο. Ο Πρόεδρος της ΡΑΕ ή ο Αντιπρόεδρος που τον αναπληρώνει μπορεί να αναθέτει τη δικαστική ή εξώδικη εκπροσώπηση της Αρχής για συγκεκριμένη πράξη ή ενέργεια ή κατηγορία πράξεων ή ενεργειών σε άλλο μέλος της ΡΑΕ ή σε μέλος της Γραμματείας της.

2. Κατόπιν εισήγησης του Προέδρου, η ΡΑΕ δύναται, με απόφασή της, να συγκροτεί επιτροπές και ομάδες για την εξέταση και έρευνα θεμάτων ειδικού ενδιαφέροντος που σχετίζονται με τις αρμοδιότητες της ΡΑΕ. Στις κατά το προηγούμενο εδάφιο συγκροτούμενες επιτροπές και ομάδες μπορούν να συμμετέχουν και πρόσωπα που δεν είναι μέλη της Γραμματείας της ΡΑΕ. Με την απόφαση της ΡΑΕ καθορίζονται το έργο, η διάρκεια και η σύνθεση κάθε επιτροπής και ομάδας. Οι εισηγήσεις και γνωμοδοτήσεις των επιτροπών και των ομάδων της παρούσας παραγράφου υποβάλλονται στον Πρόεδρο της ΡΑΕ, ο οποίος δύναται να αποφασίσει τη δημόσια ανακοίνωση των συμπερασμάτων στην επίσημη ιστοσελίδα της ΡΑΕ. Η αμοιβή των μελών των επιτροπών και ομάδων της παρούσας παραγράφου καθορίζεται με απόφαση της ΡΑΕ, η οποία δημοσιεύεται στην Εφημερίδα της Κυβερνήσεως. Η δαπάνη που προκαλείται από την εφαρμογή του προηγούμενου εδαφίου βαρύνει τον προϋπολογισμό της ΡΑΕ.

3. Ο Πρόεδρος της ΡΑΕ μπορεί με πράξη του, η οποία δημοσιεύεται στην Εφημερίδα της Κυβερνήσεως, να μεταβιβάζει σε άλλα μέλη της ΡΑΕ ή σε μέλη της Γραμματείας της κάποια ή κάποιες από τις αρμοδιότητες που του ανατίθενται σύμφωνα με την παράγραφο 1 περιπτώσεις α’ έως και ε’.

4. Ο Πρόεδρος της ΡΑΕ μπορεί με πράξη του, η οποία δημοσιεύεται στην Εφημερίδα της Κυβερνήσεως, να παρέχει εξουσιοδότηση σε άλλα μέλη της ΡΑΕ ή σε μέλη της Γραμματείας της να υπογράφουν αντ’ αυτού και με εντολή του τις πράξεις που ο Πρόεδρος έχει αρμοδιότητα να εκδίδει.

Άρθρο 10

Νομικό καθεστώς μελών της ΡΑΕ

1. Τα μέλη της ΡΑΕ είναι ανώτατοι κρατικοί λειτουργοί, απολαύουν πλήρους προσωπικής και λειτουργικής ανεξαρτησίας και κατά την άσκηση των καθηκόντων τους δεν υπόκεινται σε έλεγχο ή εποπτεία από κυβερνητικά ή άλλα διοικητικά όργανα.

2. Κατά την άσκηση των καθηκόντων τους, τα μέλη της ΡΑΕ δεσμεύονται από τις διατάξεις του παρόντος νόμου, έχουν υποχρέωση τήρησης των αρχών της ανεξαρτησίας και της αμεροληψίας και ενεργούν ανεξάρτητα από οποιοδήποτε οικονομικό συμφέρον. Τα μέλη της ΡΑΕ δεν ζητούν ούτε λαμβάνουν απευθείας οδηγίες από κυβερνητικά και διοικητικά όργανα ή από οποιοδήποτε άλλο πρόσωπο ή φορέα.

3. Ο Πρόεδρος και οι Αντιπρόεδροι της ΡΑΕ είναι πλήρους και αποκλειστικής απασχόλησης. Τα υπόλοιπα μέλη της ΡΑΕ είναι πλήρους απασχόλησης, αλλά δύνανται να αναλαμβάνουν διδακτικά καθήκοντα σε ιδρύματα τριτοβάθμιας εκπαίδευσης υπό καθεστώς μερικής απασχόλησης. Ειδικότερα, επιτρέπεται στα υπόλοιπα μέλη της ΡΑΕ να αναλαμβάνουν διδακτικά καθήκοντα ή να απασχολούνται υπό καθεστώς μερικής απασχόλησης σε Ανώτατα Εκπαιδευτικά Ιδρύματα, Τεχνολογικά Εκπαιδευτικά Ιδρύματα, ερευνητικούς φορείς μη κερδοσκοπικού χαρακτήρα, άλλες ρυθμιστικές Αρχές ή φορείς ή ιδρύματα που παρέχουν εκπαίδευση ή υπηρεσίες σε στελέχη ρυθμιστικών Αρχών. Κατά τη διάρκεια της θητείας τους, τα μέλη της ΡΑΕ απαγορεύεται να είναι εταίροι, μέτοχοι, μέλη διοικητικού συμβουλίου, διαχειριστές, υπάλληλοι, τεχνικοί ή άλλοι σύμβουλοι ή μελετητές σε επιχείρηση που υπάγεται άμεσα ή έμμεσα στον έλεγχο και την εποπτεία της ΡΑΕ. Η κάλυψη των εισφορών των μελών της ΡΑΕ σε φορείς κοινωνικής ασφάλισης βαρύνει τον προϋπολογισμό της ΡΑΕ, εκτός και εάν ορίζεται διαφορετικά από ειδικότερες διατάξεις.

4. Τα μέλη της ΡΑΕ απαγορεύεται να κατέχουν εταιρικά μερίδια ή μετοχές των επιχειρήσεων που υπάγονται άμεσα ή έμμεσα στην εποπτεία της ΡΑΕ, με εξαίρεση την έμμεση κατοχή τέτοιων μετοχών μέσω αμοιβαίων κεφαλαίων ή συνταξιοδοτικών προγραμμάτων με επενδύσεις σε μετοχές.

5. Τα μέλη της ΡΑΕ υποχρεούνται σε υποβολή δήλωσης περιουσιακής κατάστασης σύμφωνα με τις διατάξεις του άρθρου 1 του ν. 3213/2003 (Α’ 309).

6. Οι πάσης φύσεως αποδοχές των μελών της ΡΑΕ καθορίζονται με κοινή απόφαση των Υπουργών Οικονομικών και Περιβάλλοντος, Ενέργειας και Κλιματικής Αλλαγής. Η δαπάνη που προκαλείται από την εφαρμογή της παρούσας παραγράφου βαρύνει αποκλειστικά τον προϋπολογισμό της ΡΑΕ.

7. Με την επιφύλαξη της παραγράφου 8 μέλος της ΡΑΕ που προέρχεται από φορέα του δημόσιου τομέα, με οποιαδήποτε σχέση εργασίας ή έμμισθης εντολής, επανέρχεται αυτοδικαίως μετά τη λήξη της θητείας του στη θέση που κατείχε πριν από το διορισμό του. Η θητεία του στη ΡΑΕ λογίζεται ως πραγματική υπηρεσία για όλες τις συνέπειες και κατά τη διάρκειά της δεν διακόπτεται η βαθμολογική και μισθολογική του εξέλιξη. Αν η θέση που κατείχε ή στην οποία έχει εξελιχθεί δεν είναι κενή ή έχει καταργηθεί, επανέρχεται σε ομοιόβαθμη προσωρινή θέση του κλάδου του, η οποία συστήνεται αυτοδικαίως και καταργείται με την αποχώρησή του από το φορέα.

8. Τα μέλη της ΡΑΕ δεν επιτρέπεται, για δύο (2) έτη μετά τη λήξη της θητείας τους με οποιονδήποτε τρόπο, να είναι εταίροι, μέτοχοι, μέλη διοικητικού συμβουλίου, τεχνικοί ή άλλοι σύμβουλοι ή να απασχολούνται, με ή χωρίς αμοιβή, με έμμισθη εντολή ή με οποιαδήποτε έννομη σχέση, σε εταιρεία ή επιχείρηση των οποίων οι δραστηριότητες υπήχθησαν, άμεσα ή έμμεσα, στον έλεγχο και την εποπτεία της ΡΑΕ κατά τη διάρκεια της θητείας τους. Σε όσους παραβαίνουν τις διατάξεις του προηγούμενου εδαφίου, ανεξάρτητα από την ευθύνη που στοιχειοθετείται δυνάμει άλλων διατάξεων, επιβάλλεται, με απόφαση του πειθαρχικού συμβουλίου του άρθρου 11, πρόστιμο ίσο με το δεκαπλάσιο των συνολικών αποδοχών που τα εν λόγω πρόσωπα έλαβαν ως μέλη της ΡΑΕ κατά τη διάρκεια της θητείας τους.

Άρθρο 11

Πειθαρχική διαδικασία

1. Τα μέλη της ΡΑΕ, για κάθε παράβαση των υποχρεώσεών τους, οι οποίες απορρέουν από τον παρόντα νόμο, υπέχουν πειθαρχική ευθύνη. Η ευθύνη αυτή καταλογίζεται με πλήρως αιτιολογημένη απόφαση ειδικού πειθαρχικού συμβουλίου σύμφωνα με τη διαδικασία των επόμενων παραγράφων του παρόντος άρθρου.

2. Το πειθαρχικό συμβούλιο συγκροτείται με απόφαση του Υπουργού Περιβάλλοντος, Ενέργειας και Κλιματικής Αλλαγής με πενταετή θητεία και απαρτίζεται από δύο (2) Συμβούλους της Επικρατείας και τρεις (3) μόνιμους Καθηγητές Πανεπιστημίου οποιασδήποτε βαθμίδας στο γνωστικό αντικείμενο του δημοσίου δικαίου και τους αντίστοιχους αναπληρωτές τους, οι οποίοι επιλέγονται μετά από κλήρωση που διενεργείται από την Ολομέλεια του Συμβουλίου της Επικρατείας. Πρόεδρος ορίζεται ο αρχαιότερος δικαστικός λειτουργός εκ των μελών του συμβουλίου. Μέλη του πειθαρχικού συμβουλίου που συνταξιοδοτούνται από το σώμα στο οποίο μετέχουν ως δικαστικοί λειτουργοί ή καθηγητές διατηρούν την ιδιότητα του μέλους του πειθαρχικού συμβουλίου έως τη λήξη της θητείας τους. Με την ίδια απόφαση του Υπουργού Περιβάλλοντος, Ενέργειας και Κλιματικής Αλλαγής διορίζεται ο γραμματέας του συμβουλίου και ο αναπληρωτής του, οι οποίοι είναι μέλη της Γραμματείας της ΡΑΕ.

3. Η αμοιβή του προέδρου, των μελών και του γραμματέα του πειθαρχικού συμβουλίου, καθώς και των αναπληρωτών τους καθορίζεται με κοινή απόφαση των Υπουργών Οικονομικών και Περιβάλλοντος, Ενέργειας και Κλιματικής Αλλαγής. Η δαπάνη που προκαλείται από το προηγούμενο εδάφιο βαρύνει τον προϋπολογισμό της ΡΑΕ.

4. Την πειθαρχική διαδικασία ενώπιον του πειθαρχικού συμβουλίου δύνανται να κινήσουν με απόφασή τους ο Υπουργός Περιβάλλοντος, Ενέργειας και Κλιματικής Αλλαγής, ο Πρόεδρος της Βουλής ή η ΡΑΕ χωρίς τη συμμετοχή του ελεγχόμενου μέλους.

5. Το όργανο που κινεί την πειθαρχική διαδικασία κατά την παράγραφο 4 διαβιβάζει στον πρόεδρο του πειθαρχικού συμβουλίου πλήρη φάκελο της υπόθεσης, τον ατομικό φάκελο του εγκαλουμένου και κάθε αναγκαίο επιπλέον στοιχείο και κοινοποιεί αντίγραφο της κίνησης της πειθαρχικής διαδικασίας στο σύνολο των τακτικών και αναπληρωματικών μελών του πειθαρχικού συμβουλίου.

6. Ο πρόεδρος του πειθαρχικού συμβουλίου, όταν λάβει τα στοιχεία της προηγούμενης παραγράφου, παραγγέλλει την επίδοση κλήσης με γνωστοποίηση των αιτιάσεων στον εγκαλούμενο γνωρίζοντάς του παράλληλα ότι δικαιούται να λάβει γνώση του συνόλου των εγγράφων της υπόθεσης μέχρι την ημερομηνία της πρώτης συζήτησης.

7. Το συμβούλιο συνεδριάζει με την παρουσία τριών (3) τουλάχιστον μελών και αποφασίζει με απόλυτη πλειοψηφία των παρόντων, κατόπιν ακρόασης του εγκαλουμένου. Ο τελευταίος απολαμβάνει του δικαιώματος να παρίσταται στην ενώπιον του πειθαρχικού συμβουλίου διαδικασία με δικηγόρο.

8. Το πειθαρχικό συμβούλιο αποφασίζει σε πρώτο και τελευταίο βαθμό εντός προθεσμίας ενενήντα (90) ημερών από την κίνηση της πειθαρχικής διαδικασίας και τη διαβίβαση σε αυτό πλήρους φακέλου της υπόθεσης. Κατά τα λοιπά εφαρμόζονται ανάλογα οι διατάξεις περί υπαλληλικής προσφυγής.

9. Στα μέλη της ΡΑΕ, όταν προβαίνουν σε πράξεις ή αναλαμβάνουν εργασία ή έργο που δεν συμβιβάζονται με τις αρχές της ανεξαρτησίας και της αμεροληψίας που πρέπει να διέπουν τη λειτουργία της Αρχής, ανεξάρτητα από τυχόν αστική ή/και ποινική ευθύνη που τυχόν υπέχουν, επιβάλλεται με την ως άνω διαδικασία η ποινή της παύσης.

10. Τα μέλη της ΡΑΕ εκπίπτουν αυτοδικαίως από τη θέση τους, εάν κατά τη διάρκεια της θητείας τους καταδικαστούν με αμετάκλητη δικαστική απόφαση για αδίκημα που συνεπάγεται κώλυμα διορισμού ή έκπτωση δημοσίου υπαλλήλου, σύμφωνα με τις διατάξεις του Κώδικα Κατάστασης Δημοσίων Πολιτικών Διοικητικών Υπαλλήλων και Υπαλλήλων Ν.Π.Δ.Δ. (ν. 3528/2007, Α’ 26). Η έκπτωση των μελών της ΡΑΕ συνεπεία αμετάκλητης δικαστικής απόφασης διαπιστώνεται με απόφαση του πειθαρχικού συμβουλίου, η οποία εκδίδεται εντός αποκλειστικής προθεσμίας τριάντα (30) ημερών από τη δημοσίευση της αμετάκλητης δικαστικής απόφασης.

11. Η ιδιότητα του μέλους μπορεί να ανασταλεί, με απόφαση του πειθαρχικού συμβουλίου των προηγούμενων παραγράφων του παρόντος άρθρου, εφόσον έχει κινηθεί πειθαρχική διαδικασία κατά του μέλους αυτού και, πάντως, εάν εκδοθεί αμετάκλητο παραπεμπτικό βούλευμα για ένα από τα εγκλήματα που συνεπάγονται κώλυμα διορισμού ή έκπτωση δημοσίου υπαλλήλου, σύμφωνα με τις διατάξεις του Κώδικα Κατάστασης Δημοσίων Πολιτικών Διοικητικών Υπαλλήλων και Υπαλλήλων Ν.Π.Δ.Δ. (ν. 3528/2007) και μέχρι να εκδοθεί αμετάκλητη αθωωτική απόφαση. Αν ανασταλεί η ιδιότητα μέλους, διορίζεται αναπληρωματικό μέλος κατά τη διαδικασία της παραγράφου 2 του άρθρου 7, η θητεία του οποίου διαρκεί όσο διαρκεί η αναστολή. Ωστόσο, η ΡΑΕ συνεχίζει να λειτουργεί, όχι όμως πέρα από ένα εξάμηνο, χωρίς τη συμμετοχή του μέλους, του οποίου η ιδιότητα έχει ανασταλεί, εφόσον κατά τις συνεδριάσεις της τα λοιπά μέλη επαρκούν, ώστε να υπάρχει απαρτία.

ΚΕΦΑΛΑΙΟ Γ’

ΑΡΜΟΔΙΟΤΗΤΕΣ ΤΗΣ ΡΑΕ

Άρθρο 12

Ασφάλεια εφοδιασμού

1. Η ΡΑΕ παρακολουθεί την ασφάλεια του ενεργειακού εφοδιασμού, ιδίως σε σχέση με το ισοζύγιο προσφοράς και ζήτησης στην ελληνική αγορά ενέργειας, το επίπεδο της προβλεπόμενης μελλοντικής ζήτησης, το προβλεπόμενο πρόσθετο δυναμικό παραγωγής, μεταφοράς και διανομής ηλεκτρικής ενέργειας και Φυσικού Αερίου που βρίσκεται υπό προγραμματισμό ή υπό κατασκευή, την ποιότητα και το επίπεδο συντήρησης και αξιοπιστίας των συστημάτων μεταφοράς και των δικτύων διανομής, και την εφαρμογή μέτρων για την κάλυψη της αιχμής ζήτησης, καθώς και τις συνθήκες της αγοράς ενέργειας σε σχέση με τη δυνατότητα ανάπτυξης νέου παραγωγικού δυναμικού. Για τους σκοπούς αυτούς, η ΡΑΕ, συντάσσει κάθε δύο (2) έτη και το αργότερο έως το τέλος Ιουλίου για τον τομέα ηλεκτρικής ενέργειας και κάθε ένα (1) έτος και το αργότερο έως το τέλος Ιουλίου για τον τομέα Φυσικού Αερίου, έκθεση, στην οποία συνοψίζονται οι παρατηρήσεις από την παρακολούθηση της ασφάλειας εφοδιασμού, λαμβάνοντας υπόψη τις τακτικές προβλέψεις των Διαχειριστών των Συστημάτων και των Διαχειριστών των Δικτύων Ενέργειας. Η έκθεση αυτή δημοσιοποιείται και κοινοποιείται στον Υπουργό Περιβάλλοντος, Ενέργειας και Κλιματικής Αλλαγής, τη Βουλή των Ελλήνων και την Ευρωπαϊκή Επιτροπή.

2. Η ΡΑΕ παρακολουθεί την υλοποίηση των μέτρων διασφάλισης που λαμβάνονται σε περίπτωση αιφνίδιας κρίσης στην ενεργειακή αγορά ή όταν απειλούνται η σωματική ακεραιότητα ή η ασφάλεια των προσώπων, των μηχανημάτων ή των εγκαταστάσεων ή η αρτιότητα των Συστημάτων Ενέργειας.

3. Η ΡΑΕ ορίζεται ως η Αρμόδια Αρχή (Competent Authority) για τη διασφάλιση της εφαρμογής των μέτρων που ορίζονται στον Κανονισμό Ασφάλειας Εφοδιασμού του Φυσικού Αερίου 994/2010 του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου της 20ης Οκτωβρίου 2010 (L 295). Τα οριζόμενα στις διατάξεις των άρθρων 6 και 7 του Κανονισμού 994/2010/ ΕΚ ασκούνται από τη ΡΑΕ με την ιδιότητά της ως Αρμόδιας Αρχής. Η ΡΑΕ, με την ιδιότητά της αυτή, κατά την κατάρτιση και εφαρμογή του προληπτικού σχεδίου δράσης και του σχεδίου έκτακτης ανάγκης σε εθνικό και περιφερειακό επίπεδο, τα οποία προβλέπονται στην παρ.4 του άρθρου 4 του Κανονισμού 994/2010/ΕΚ, δύναται να αναθέτει τη διεκπεραίωση ειδικά οριζόμενων καθηκόντων που σχετίζονται με τα παραπάνω σε τρίτα πρόσωπα. Η ΡΑΕ παρακολουθεί και εποπτεύει την εκτέλεση των ανατιθέμενων καθηκόντων.

Άρθρο 13

Χορήγηση αδειών

1. Η ΡΑΕ αποφασίζει για τη χορήγηση, την τροποποίηση και την ανάκληση των αδειών για την άσκηση Ενεργειακών Δραστηριοτήτων, σύμφωνα με τις ειδικότερες διατάξεις του παρόντος νόμου, υπό την προϋπόθεση της τήρησης των αρχών της διαφάνειας και της ίσης μεταχείρισης και λαμβάνοντας υπόψη τα ιδιαίτερα χαρακτηριστικά των αιτούντων, την προστασία των καταναλωτών, την προστασία του περιβάλλοντος και τη διασφάλιση συνθηκών υγιούς ανταγωνισμού. Ειδικότερα, η ΡΑΕ, κατά τη χορήγηση αδειών, προβαίνει σε κάθε αναγκαία ενέργεια προκειμένου αυτές να είναι σύμφωνες με τις προβλέψεις του Μακροχρόνιου Ενεργειακού Σχεδιασμού, καθώς και με τυχόν περιορισμούς που περιλαμβάνονται σε αυτόν ή σε δεσμευτικό κείμενο που υποβάλλεται από την Ελληνική Δημοκρατία στην Ευρωπαϊκή Επιτροπή ή σε Διεθνείς Οργανισμούς. Σε περίπτωση που η ΡΑΕ απορρίψει αίτηση για χορήγηση άδειας, οφείλει να διασφαλίσει ότι οι λόγοι της απόρριψης είναι αντικειμενικοί και αμερόληπτοι, καθώς επίσης ότι οι λόγοι αυτοί θα καταστούν γνωστοί στον αιτούντα, έτσι ώστε να έχει τη δυνατότητα να προσφύγει κατά της ανωτέρω απόφασης της Αρχής, δυνάμει των άρθρων 32 και 33. Στην περίπτωση απόρριψης αιτήματος για χορήγηση άδειας που αφορά δραστηριότητα στην αγορά του φυσικού αερίου η ΡΑΕ γνωστοποιεί στην Ευρωπαϊκή Επιτροπή τους λόγους της ως άνω απόρριψης.

2. Η διαδικασία χορήγησης, τροποποίησης και ανάκλησης των αδειών για την άσκηση των Ενεργειακών Δραστηριοτήτων, καθώς και οι όροι και οι προϋποθέσεις της άσκησης των Δραστηριοτήτων αυτών καθορίζονται με τους Κανονισμούς Αδειών που εκδίδονται σύμφωνα με το άρθρο 90 για το φυσικό αέριο και το άρθρο 135 για την ηλεκτρική ενέργεια.

3. Η ΡΑΕ παρακολουθεί και ελέγχει τον τρόπο άσκησης των δικαιωμάτων που παρέχονται με τις άδειες αυτές, καθώς και την τήρηση των υποχρεώσεων των κατόχων αδειών.

4. Κατά τη διαδικασία χορήγησης αδειών ή πιστοποίησης για την άσκηση των δραστηριοτήτων στον τομέα της ενέργειας, η ΡΑΕ δύναται να συλλέγει και να αξιολογεί, σύμφωνα με τις διατάξεις του ν. 2472/1997 (Α’ 50), τεχνικά, οικονομικά, λογιστικά, εμπορικά και άλλα συναφή στοιχεία των ενδιαφερομένων.

Άρθρο 14

Ανάπτυξη υποδομών και παρακολούθηση προγράμματος ανάπτυξης

1. Η ΡΑΕ, μετά από δημόσια διαβούλευση με τους υφιστάμενους και δυνητικούς χρήστες, αποφασίζει σχετικά με τροποποιήσεις των Προγραμμάτων Ανάπτυξης που καταρτίσθηκαν από τους αρμόδιους Διαχειριστές Μεταφοράς. Η ΡΑΕ δημοσιοποιεί τα αποτελέσματα της δημόσιας διαβούλευσης και εξετάζει:

(α) εάν το Πρόγραμμα Ανάπτυξης καλύπτει όλες τις ανάγκες που προσδιορίστηκαν κατά τη διαδικασία της ως άνω διαβούλευσης, ιδιαίτερα δε τις επενδυτικές ανάγκες,

(β) εάν το Πρόγραμμα Ανάπτυξης είναι σύμφωνο προς το αντίστοιχο διακοινοτικό, μη δεσμευτικό, δεκαετές πρόγραμμα ανάπτυξης των συστημάτων μεταφοράς ηλεκτρικής ενέργειας και Φυσικού Αερίου που καταρτίζεται σύμφωνα με τους Κανονισμούς (ΕΚ) 714/2009 και 715/2009 (L 211),  και στη συνέχεια δύναται να ζητήσει από τον αρμόδιο Διαχειριστή Μεταφοράς να τροποποιήσει ανάλογα το Πρόγραμμά του. Εάν προκύψει αμφιβολία όσον αφορά τη συμφωνία ή μη του Προγράμματος Ανάπτυξης με το αντίστοιχο διακοινοτικό, η ΡΑΕ συμβουλεύεται τον Οργανισμό Συνεργασίας Ρυθμιστικών Αρχών Ενέργειας που συστάθηκε με τον Κανονισμό (ΕΚ) 713/2009.

2. Σε περίπτωση που έργα, τα οποία εντάσσονται στο Πρόγραμμα Ανάπτυξης, δεν υλοποιούνται για λόγους άλλους από αυτούς που εκφεύγουν από τη σφαίρα επιρροής του διαχειριστή του ΕΣΜΗΕ, η ΡΑΕ ενεργεί σύμφωνα με τα οριζόμενα στο άρθρο 108.

3. Η ΡΑΕ παρακολουθεί και αξιολογεί την εφαρμογή των Προγραμμάτων Ανάπτυξης. Επίσης, η ΡΑΕ παρακολουθεί το χρόνο που χρειάζονται οι Διαχειριστές των Συστημάτων Μεταφοράς και των Δικτύων Διανομής για την πραγματοποίηση των συνδέσεων χρηστών, την υλοποίηση επισκευών και την παροχή υπηρεσιών στους χρήστες των Συστημάτων και των Δικτύων τους.

Η ΡΑΕ δύναται να καθορίζει προθεσμίες σχετικά με τα ανωτέρω, καθώς και ποινικές ρήτρες που καταπίπτουν υπέρ των χρηστών σε περίπτωση μη τήρησης των προθεσμιών.

Άρθρο 15

Τιμολόγια Μη Ανταγωνιστικών Δραστηριοτήτων

1. Η ΡΑΕ αποφασίζει, έξι (6) μήνες πριν από την έναρξη ισχύος τους, κατά τα οριζόμενα στις διατάξεις των άρθρων 88 για το Φυσικό Αέριο και 140 για την ηλεκτρική ενέργεια, σύμφωνα με διαφανή κριτήρια, τη μεθοδολογία για τον υπολογισμό των Τιμολογίων Μη Ανταγωνιστικών Δραστηριοτήτων, κατά τρόπο, ώστε τα Τιμολόγια αυτά να μην εισάγουν διακρίσεις και να αντικατοπτρίζουν το κόστος των παρεχόμενων υπηρεσιών. Οι μεθοδολογίες και τα Τιμολόγια Μη Ανταγωνιστικών Δραστηριοτήτων δημοσιεύονται στην ιστοσελίδα της ΡΑΕ και των αρμόδιων Διαχειριστών.

2. Κατά την άσκηση των αρμοδιοτήτων της, σύμφωνα με την παράγραφο 1, η ΡΑΕ λαμβάνει υπόψη της την ανάγκη για τη θέσπιση βραχυπρόθεσμων και μακροπρόθεσμων κινήτρων για τους Διαχειριστές των Συστημάτων Μεταφοράς και τους Διαχειριστές των Δικτύων Διανομής, προκειμένου να βελτιώνεται η αποδοτικότητα των Συστημάτων Μεταφοράς και των Δικτύων Διανομής, να προωθείται η ανάπτυξη της αγοράς ενέργειας, η ασφάλεια του εφοδιασμού και να υποστηρίζονται οι σχετικές με τις αρμοδιότητες των ως άνω Διαχειριστών ερευνητικές δραστηριότητες αυτών.

3. Η ΡΑΕ δύναται με ειδικά αιτιολογημένη γνώμη να ζητά από τους αρμόδιους Διαχειριστές να τροποποιήσουν τα ως άνω Τιμολόγια, σύμφωνα με τη διαδικασία της παραγράφου 1, εφόσον κρίνει ότι δεν διασφαλίζεται η αναλογική και η αμερόληπτη τιμολόγηση της χρήσης των Συστημάτων ή των Δικτύων Διανομής.

4. Σε περίπτωση καθυστέρησης στον καθορισμό των τιμολογίων μεταφοράς και διανομής ενέργειας, η ΡΑΕ δύναται να καθορίζει, με απόφασή της, προσωρινά τιμολόγια ή μεθοδολογίες υπολογισμού των Τιμολογίων αυτών και να αποφασίζει τα κατάλληλα αντισταθμιστικά μέτρα, εάν τα τελικά Τιμολόγια ή μεθοδολογίες αποκλίνουν από τα αντίστοιχα προσωρινά.

Άρθρο 16

Εξαίρεση από υποχρεώσεις παροχής πρόσβασης τρίτων και της υποχρέωσης για Ιδιοκτησιακό Διαχωρισμό

Η ΡΑΕ αποφασίζει σχετικά με τη χορήγηση απαλλαγής τμήματος ή του συνόλου της δυναμικότητας Συστήματος Φυσικού Αερίου και Διασυνδέσεων με Συστήματα Μεταφοράς ηλεκτρικής ενέργειας άλλων χωρών από την υποχρέωση παροχής πρόσβασης σε τρίτους ή την υποχρέωση Ιδιοκτησιακού Διαχωρισμού, σύμφωνα με τη διαδικασία και τις προϋποθέσεις που προβλέπονται στο άρθρο 76 για το Φυσικό Αέριο και στο άρθρο 115 για τον ηλεκτρισμό και προς το σκοπό αυτόν συνεργάζεται με τις ρυθμιστικές αρχές άλλων κρατών - μελών, τυχόν τρίτου εμπλεκόμενου κράτους, τον Οργανισμό Συνεργασίας Ρυθμιστικών Αρχών Ενέργειας, τα όργανα της Ενεργειακής Κοινότητας και την Ευρωπαϊκή Επιτροπή.

Άρθρο 17

Διαχείριση Κλειστών Δικτύων Διανομής

1. Με απόφαση της ΡΑΕ, η οποία δημοσιεύεται στην Εφημερίδα της Κυβερνήσεως, καθορίζονται τα Κλειστά Δίκτυα Διανομής εντός της Ελληνικής Επικράτειας και τα πρόσωπα που τα διαχειρίζονται. Με την ίδια απόφαση καθορίζονται οι αρμοδιότητες, οι υποχρεώσεις και τα δικαιώματα των Διαχειριστών Κλειστών Δικτύων Διανομής, οι όροι, οι προϋποθέσεις και κάθε αναγκαία λεπτομέρεια για τη ρύθμιση του τρόπου διαχείρισης των παραπάνω Κλειστών Δικτύων Διανομής.

2. Με απόφαση της ΡΑΕ, η οποία εκδίδεται μετά από αίτηση Διαχειριστή Κλειστού Δικτύου Διανομής, δύναται να παρέχεται εξαίρεση από την υποχρέωση, σύμφωνα με την οποία τα τιμολόγια σύνδεσης και χρήσης στο Κλειστό Δίκτυο Διανομής που αυτός διαχειρίζεται και οι μεθοδολογίες που διέπουν τον υπολογισμό τους εγκρίνονται από τη ΡΑΕ πριν από τη θέση τους σε ισχύ. Κάθε χρήστης Κλειστού Δικτύου Διανομής, για το οποίο έχει παρασχεθεί εξαίρεση κατά τα ανωτέρω, δύναται να αιτείται την έγκριση από τη ΡΑΕ των εφαρμοζόμενων, από τον Διαχειριστή του Κλειστού Δικτύου Διανομής, τιμολογίων σύνδεσης και χρήσης ή και της μεθοδολογίας βάσει της οποίας υπολογίζονται αυτά.

Άρθρο 18

Διαχωρισμός των Διαχειριστών - Εποπτεία επί των Ανεξάρτητων Διαχειριστών Μεταφοράς

1. Η ΡΑΕ παρακολουθεί την επικοινωνία μεταξύ των Ανεξάρτητων Διαχειριστών Μεταφοράς και των Κάθετα Ολοκληρωμένων Επιχειρήσεων στις οποίες ανήκουν, με σκοπό τη διασφάλιση της τήρησης των υποχρεώσεων των Ανεξάρτητων Διαχειριστών Μεταφοράς περί ισότιμης πρόσβασης χρηστών σε πληροφορίες και στοιχεία.

2. Η ΡΑΕ έχει πρόσβαση σε κάθε στοιχείο που αφορά σε εμπορικές και οικονομικές σχέσεις, συμπεριλαμβανομένων των δανείων, μεταξύ των Ανεξάρτητων Διαχειριστών Μεταφοράς και των Κάθετα Ολοκληρωμένων Επιχειρήσεων στις οποίες ανήκουν προκειμένου να διασφαλίζεται ότι οι σχέσεις αυτές είναι συμβατές και βασίζονται στις τρέχουσες συνθήκες της αγοράς.

Με απόφαση της ΡΑΕ εγκρίνεται κάθε οικονομική και εμπορική συμφωνία μεταξύ των Ανεξάρτητων Διαχειριστών Μεταφοράς και των Κάθετα Ολοκληρωμένων Επιχειρήσεων στις οποίες ανήκουν, σύμφωνα με τις διατάξεις του άρθρου 101.

3. Η ΡΑΕ έχει δικαίωμα πρόσβασης, οποτεδήποτε, ακόμη και χωρίς προηγούμενη ανακοίνωση, στην έδρα, τα υποκαταστήματα και τις εν γένει εγκαταστάσεις των Κάθετα Ολοκληρωμένων Επιχειρήσεων και των Ανεξάρτητων Διαχειριστών Μεταφοράς, περιλαμβανομένων των πληροφοριακών συστημάτων και των αρχείων επικοινωνίας, προκειμένου να διαπιστώνεται η πληρότητα των στοιχείων που παρέχονται στη ΡΑΕ για την εκπλήρωση των αρμοδιοτήτων της.

4. Με απόφαση της ΡΑΕ δύναται να ανατίθενται σε Ανεξάρτητο Διαχειριστή Συστήματος, κατά τα προβλεπόμενα στο άρθρο 111, όλες ή συγκεκριμένες αρμοδιότητες του Διαχειριστή του ΕΣΜΗΕ, όπως αυτές καθορίζονται με το άρθρο 94, σε περίπτωση διαρκούς παράβασης εκ μέρους του Ανεξάρτητου Διαχειριστή Μεταφοράς των υποχρεώσεων που υπέχει από την εθνική και ευρωπαϊκή νομοθεσία, ως Ανεξάρτητος Διαχειριστής Μεταφοράς και, ιδίως, σε περίπτωση κατ’ εξακολούθηση μεροληπτικής συμπεριφοράς προς όφελος της Κάθετα Ολοκληρωμένης Επιχείρησης στην οποία ανήκει.

5. Η ΡΑΕ δύναται να ζητά αιτιολόγηση από τις Κάθετα Ολοκληρωμένες Επιχειρήσεις, σε περίπτωση αναφοράς από τον Υπεύθυνο Συμμόρφωσης του Ανεξάρτητου Διαχειριστή Μεταφοράς για θέματα που αφορούν την εκτέλεση του Προγράμματος Ανάπτυξης, συμπεριλαμβανομένης, ιδίως, της αντίκρουσης των αναφορών περί μεροληπτικής συμπεριφοράς προς όφελος των εν λόγω Κάθετα Ολοκληρωμένων Επιχειρήσεων.

Άρθρο 19

Πιστοποίηση Διαχειριστών Συστημάτων Μεταφοράς

1. Η ΡΑΕ αποφασίζει σχετικά με την πιστοποίηση επιχειρήσεων Φυσικού Αερίου και ηλεκτρικής ενέργειας, σύμφωνα με τα κριτήρια και τη διαδικασία του άρθρου 64 για το Φυσικό Αέριο και του άρθρου 113 για την ηλεκτρική ενέργεια και, στην περίπτωση αιτημάτων που υποβάλλονται από νομικά πρόσωπα τα οποία προέρχονται από χώρα που δεν είναι μέλος της Ευρωπαϊκής Ένωσης, με τα κριτήρια και τη διαδικασία του άρθρου 65 για το Φυσικό Αέριο και του άρθρου 114 για την ηλεκτρική ενέργεια, προκειμένου οι επιχειρήσεις αυτές να οριστούν ως Διαχειριστές Συστήματος Μεταφοράς.

2. Η ΡΑΕ παρακολουθεί την από μέρους των Διαχειριστών των Συστημάτων Μεταφοράς διαρκή συμμόρφωση προς τα κριτήρια του Κεφαλαίου Β’ του Τρίτου Μέρους και των Κεφαλαίων Β’ και Γ’ του Τέταρτου Μέρους και για το λόγο αυτόν, τηρώντας την εμπιστευτικότητα των εμπορικά ευαίσθητων πληροφοριών, δύναται να ζητεί οποιαδήποτε πληροφορία και στοιχείο από τους Διαχειριστές των Συστημάτων Μεταφοράς και τις επιχειρήσεις που ασκούν οποιαδήποτε από τις δραστηριότητες παραγωγής ή προμήθειας ηλεκτρικής ενέργειας και Φυσικού Αερίου.

3. Η ΡΑΕ δύναται να εκκινεί οποτεδήποτε διαδικασία ελέγχου της πλήρωσης των κριτηρίων πιστοποίησης και ιδίως:

(α) Ύστερα από γνωστοποίηση του Διαχειριστή του Συστήματος Μεταφοράς σχεδιαζόμενης συναλλαγής, που, ενδεχομένως, να καθιστά αναγκαία την επανεκτίμηση της πλήρωσης των κριτηρίων, κατά περίπτωση, του Κεφαλαίου Β’ του Τρίτου Μέρους και των Κεφαλαίων Β’ και Γ’ του Τέταρτου Μέρους.

(β) Με δική της πρωτοβουλία, όταν περιέλθει σε γνώση της, ότι σχεδιαζόμενη αλλαγή στον Έλεγχο ή στον τρόπο λήψης αποφάσεων των Κυρίων ή των Διαχειριστών των Συστημάτων Μεταφοράς ενδέχεται να καταλήξει σε παράβαση των άρθρων 62 για το Φυσικό Αέριο και 110 για την ηλεκτρική ενέργεια.

(γ) Όταν διαπιστώνει, ότι έχει ήδη συντελεστεί παράβαση του άρθρου 62 για το Φυσικό Αέριο ή του άρθρου 110 για την ηλεκτρική ενέργεια.

(δ) Ύστερα από αιτιολογημένη αίτηση της Ευρωπαϊκής Επιτροπής.

Άρθρο 20

Υπεύθυνος Συμμόρφωσης

1. Η τοποθέτηση ή η απομάκρυνση του Υπευθύνου Συμμόρφωσης των Ανεξάρτητων Διαχειριστών Μεταφοράς, σύμφωνα με τις διατάξεις του άρθρου 107, καθώς και οι όροι της σχετικής εντολής που λαμβάνει αυτός από το Εποπτικό Συμβούλιο του Ανεξάρτητου Διαχειριστή Μεταφοράς, υπόκεινται σε προηγούμενη έγκριση της ΡΑΕ.

2. Η ΡΑΕ, δύναται να απορρίψει την πρόταση τοποθέτησης ή να ζητήσει την απομάκρυνση του Υπεύθυνου Συμμόρφωσης μόνο σε περίπτωση που δεν διασφαλίζεται η ανεξαρτησία του εν λόγω προσώπου ως προς τον Ανεξάρτητο Διαχειριστή Μεταφοράς ή δεν διαπιστώνεται η επαγγελματική του επάρκεια σε σχέση με τα προβλεπόμενα καθήκοντά του.

Άρθρο 21

Πρόσβαση στις Διασυνδέσεις

1. Η ΡΑΕ θεσπίζει, παρακολουθεί και εποπτεύει την εφαρμογή των κανόνων πρόσβασης στις Διασυνδέσεις, συμπεριλαμβανόμενων των σχετικών τιμολογίων και της μεθοδολογίας υπολογισμού αυτών, του μηχανισμού κατανομής και αποδέσμευσης της δυναμικότητας και διαχείρισης της συμφόρησης, καθώς και της παροχής των υπηρεσιών εξισορρόπησης, της διαδικασίας εξωδικαστικής επίλυσης των διαφορών που αναφύονται κατά την εφαρμογή των ανωτέρω, καθώς και κάθε άλλη αναγκαία λεπτομέρεια. Προς τούτο, η ΡΑΕ, ζητεί από τους αρμόδιους Διαχειριστές των Συστημάτων Μεταφοράς σχετική γνώμη. Η ΡΑΕ συνεργάζεται, για το σκοπό αυτόν, με τις ρυθμιστικές αρχές άλλων χωρών με τις οποίες υφίσταται διασύνδεση.

2. Η ΡΑΕ παρακολουθεί τη δημοσίευση των απαραίτητων πληροφοριών από τους διαχειριστές των Συστημάτων Μεταφοράς και σχετικά με τις Διασυνδέσεις, τη διαχείριση των Συστημάτων Μεταφοράς και την κατανομή του δυναμικού στους ενδιαφερομένους και δύναται να ζητήσει από τους Διαχειριστές των Συστημάτων Μεταφοράς κάθε πληροφορία σχετική με την εκτέλεση των καθηκόντων τους τηρώντας την εμπιστευτικότητα των εμπορικά ευαίσθητων πληροφοριών.

3. Στο πλαίσιο των αρμοδιοτήτων της κατά τις παραγράφους 1 και 2, καθώς και του άρθρου 25 η ΡΑΕ συνεργάζεται με τις αρμόδιες αρχές των κρατών - μελών, των Συμμετεχόντων στην Ενεργειακή Κοινότητα, των όμορων χωρών, καθώς και με όργανα που λειτουργούν στο πλαίσιο της Ευρωπαϊκής Ένωσης, της Ενεργειακής Κοινότητας, και της Ευρώ − Μεσογειακής Συνεργασίας.

4. Η ΡΑΕ καθορίζει με απόφασή της τη διαδικασία εξωδικαστικής επίλυσης των διαφορών που αναφύονται κατά την εφαρμογή των κανόνων που θεσπίζονται με την παράγραφο 1 του παρόντος άρθρου και του Κανονισμού Ανοικτής Διαδικασίας Δέσμευσης Δυναμικότητας Μεταφοράς στο υποθαλάσσιο Τμήμα του Αγωγού Φυσικού Αερίου Ελλάδας – Ιταλίας (Αγωγός Ποσειδών), σύμφωνα με τα στοιχεία SG-Greffe (2007) D/203046 απόφαση της Ευρωπαϊκής Επιτροπής.

Άρθρο 22

Παρακολούθηση και εποπτεία της αγοράς ενέργειας

1. Η ΡΑΕ, στο πλαίσιο των αρμοδιοτήτων της, παρακολουθεί και εποπτεύει τη λειτουργία της αγοράς ενέργειας, εκπονεί μελέτες, συντάσσει, δημοσιεύει και υποβάλλει εκθέσεις, προβαίνει σε συστάσεις, αποφασίζει ή εισηγείται στα αρμόδια όργανα τη λήψη αναγκαίων μέτρων, συμπεριλαμβανομένης της έκδοσης κανονιστικών και ατομικών πράξεων, ιδίως για την τήρηση των κανόνων του ανταγωνισμού και των ρυθμιστικών υποχρεώσεων που τίθενται με τον παρόντα νόμο, την προστασία των καταναλωτών, την εκπλήρωση υποχρεώσεων παροχής υπηρεσιών κοινής ωφέλειας, την προστασία του περιβάλλοντος, την ασφάλεια εφοδιασμού και την ανάπτυξη της εσωτερικής αγοράς ενέργειας της Ευρωπαϊκής Ένωσης. Για το σκοπό αυτόν η ΡΑΕ παρακολουθεί και εποπτεύει ιδίως:

(α) το βαθμό και την αποτελεσματικότητα του ανταγωνισμού στην αγορά ενέργειας, σε επίπεδο χονδρικής και λιανικής,

(β) τις τιμές για τους οικιακούς καταναλωτές, συμπεριλαμβανομένων των συστημάτων προπληρωμής, το ποσοστό αλλαγής Προμηθευτή, το ποσοστό διακοπής παροχής, την παροχή υπηρεσιών συντήρησης και τα σχετικά τέλη, καθώς και τα παράπονα των Πελατών,

(γ) την εμφάνιση στρεβλώσεων ή περιορισμών του ανταγωνισμού και περιοριστικών συμβατικών πρακτικών, όπως ρητρών αποκλειστικότητας που ενδέχεται να εμποδίζουν Πελάτες να συνάπτουν συμβάσεις ταυτόχρονα με περισσότερους από έναν Προμηθευτές ή να περιορίζουν τη δυνατότητα επιλογής Προμηθευτή,

(δ) τη συμβατότητα των όρων συμβάσεων Προμήθειας ηλεκτρικής ενέργειας και φυσικού αερίου με δυνατότητα διακοπής, καθώς και των μακροπρόθεσμων συμβάσεων Προμήθειας, με το εθνικό και ευρωπαϊκό δίκαιο,

(ε) την τήρηση των ειδικών ρυθμιστικών υποχρεώσεων που βαρύνουν τις επιχειρήσεις που ασκούν Ενεργειακές Δραστηριότητες, σύμφωνα με τις κείμενες διατάξεις και τους όρους των αδειών που τους έχουν χορηγηθεί.

2. Η ΡΑΕ παρακολουθεί το επίπεδο διαφάνειας, συμπεριλαμβανομένων των τιμών χονδρικής, και διασφαλίζει τη συμμόρφωση των επιχειρήσεων που ασκούν Ενεργειακές Δραστηριότητες προς τις υποχρεώσεις τους περί διαφάνειας.

3. Η ΡΑΕ παρακολουθεί το διαχωρισμό των λογαριασμών των επιχειρήσεων που ασκούν Ενεργειακές Δραστηριότητες, σύμφωνα με τις ειδικότερες διατάξεις των άρθρων 89 για το Φυσικό Αέριο και 141 για την ηλεκτρική ενέργεια, καθώς και των Διαχειριστών των Συστημάτων και των Δικτύων Διανομής, έχει πρόσβαση σε αυτούς και εξασφαλίζει ότι δεν υπάρχουν διασταυρούμενες επιδοτήσεις μεταξύ των δραστηριοτήτων παραγωγής, μεταφοράς, διανομής και προμήθειας ηλεκτρικής ενέργειας, καθώς και μεταξύ των δραστηριοτήτων μεταφοράς, διανομής, προμήθειας, μεταπώλησης, αποθήκευσης φυσικού αερίου, καθώς και διαχείρισης εγκαταστάσεων Υγροποιημένου Φυσικού Αερίου (ΥΦΑ).

4. Στο πλαίσιο των ανωτέρω, η ΡΑΕ δύναται να εκδίδει μη δεσμευτικές προς τρίτους οδηγίες και κατευθύνσεις σχετικά με θέματα που εμπίπτουν στο πεδίο των αρμοδιοτήτων της και τον τρόπο άσκησης αυτών, προκειμένου να διασφαλίζεται η ορθή και ομοιόμορφη εφαρμογή του κανονιστικού πλαισίου του νόμου αυτού και η πληρέστερη πληροφόρηση των ενδιαφερομένων.

Άρθρο 23

Λήψη ρυθμιστικών μέτρων για την εύρυθμη λειτουργία των ενεργειακών αγορών

1. Με την επιφύλαξη των αρμοδιοτήτων άλλων αρχών που ορίζονται με σχετική διάταξη νόμου, η ΡΑΕ δύναται να επιβάλει σε επιχειρήσεις που ασκούν Ενεργειακές Δραστηριότητες μέτρα και όρους, ανάλογους προς το επιδιωκόμενο αποτέλεσμα, οι οποίοι κρίνονται αναγκαίοι προκειμένου να διασφαλίζονται η εφαρμογή των διατάξεων του παρόντος νόμου και η ύπαρξη συνθηκών υγιούς ανταγωνισμού και εύρυθμης λειτουργίας της αγοράς. Στο πλαίσιο αυτό η ΡΑΕ ασκεί τις εξουσίες διεξαγωγής ερευνών του άρθρου 28 και συνεργάζεται ιδίως με την Επιτροπή Ανταγωνισμού, κατά τα ειδικώς προβλεπόμενα στο άρθρο 26, και τις αρχές που είναι αρμόδιες για την άσκηση εποπτείας στο χρηματοπιστωτικό τομέα.

2. Η ΡΑΕ δημοσιεύει ετησίως έκθεση σχετικά με τη συμμόρφωση των τιμών προμήθειας προς τις υποχρεώσεις παροχής υπηρεσιών κοινής ωφέλειας και τις διαβιβάζει στην Επιτροπή Ανταγωνισμού, όταν κρίνεται σκόπιμο.

Άρθρο 24

Προστασία των Καταναλωτών

1. Η ΡΑΕ ασκεί την εποπτεία της εφαρμογής των μέτρων προστασίας των Πελατών, σύμφωνα με τις διατάξεις του Δεύτερου Μέρους.

2. Η ΡΑΕ, με απόφασή της, δύναται να επιβάλει στους Διαχειριστές των Συστημάτων Μεταφοράς και των Δικτύων Διανομής Ενέργειας την υποχρέωση παροχής δεδομένων κατανάλωσης των Πελατών, χωρίς χρέωση, σε επεξεργάσιμη μορφή.

3. Η ΡΑΕ εξετάζει τις καταγγελίες Πελατών μόνο εφόσον απορρέουν από ή αφορούν σε ζητήματα ρυθμιστικής εποπτείας που προβλέπονται από τον παρόντα νόμο και εξειδικεύονται στις κανονιστικές αποφάσεις που εκδίδονται κατ’ εξουσιοδότησή του. Δεν εξετάζονται από τη ΡΑΕ ζητήματα που αφορούν σε αστικής ή εμπορικής φύσεως διαφορές.

Άρθρο 25

Περιφερειακή Συνεργασία - Οργανισμός Συνεργασίας Ρυθμιστικών Αρχών Ενέργειας

1. Η ΡΑΕ, συμβάλλοντας στην ανάπτυξη της εσωτερικής αγοράς ενέργειας, μπορεί να συνεργάζεται, καθ’ οιονδήποτε τρόπο, με όργανα που λειτουργούν στο πλαίσιο της Ευρωπαϊκής Ένωσης, της Ενεργειακής Κοινότητας, διεθνείς οργανισμούς ή άλλα όργανα που προβλέπονται από διεθνείς συμφωνίες και συνθήκες, με στόχο την ανάπτυξη εναρμονισμένου ρυθμιστικού πλαισίου, την ενίσχυση της ασφάλειας εφοδιασμού, την προστασία των Πελατών, την προστασία του περιβάλλοντος και την ενίσχυση της ανταγωνιστικότητας.

Για την άσκηση των ως άνω αρμοδιοτήτων της, η ΡΑΕ συμμετέχει σε επιτροπές και ομάδες, συνεδριάσεις και συνόδους συμβουλίων και οργάνων και καταβάλλει κάθε είδους δαπάνες που προκύπτουν από τις σχετικές υποχρεώσεις της.

2. Η ΡΑΕ συμβάλλει με κάθε τρόπο στην ανάπτυξη της εσωτερικής αγοράς ενέργειας και στην προαγωγή του υγιούς ανταγωνισμού σε αυτή, συνεργαζόμενη με τις ρυθμιστικές αρχές των κρατών - μελών της Ευρωπαϊκής Ένωσης και άλλες ρυθμιστικές αρχές, ιδίως στην περιοχή της Ενεργειακής Κοινότητας, της Μαύρης Θάλασσας και της Μεσογείου, καθώς και με τον Οργανισμό Συνεργασίας Ρυθμιστικών Αρχών Ενέργειας, την Ευρωπαϊκή Επιτροπή, τα όργανα της Ενεργειακής Κοινότητας και διεθνείς οργανισμούς, και ιδίως:

(α) Κοινοποιεί στις ρυθμιστικές αρχές ενέργειας άλλων κρατών − μελών της Ευρωπαϊκής Ένωσης και τον Οργανισμό Συνεργασίας Ρυθμιστικών Αρχών Ενέργειας οποιεσδήποτε πληροφορίες είναι απαραίτητες για την εκτέλεση των καθηκόντων τους.

(β) Παρακολουθεί την τεχνική συνεργασία μεταξύ των Ευρωπαίων διαχειριστών συστημάτων μεταφοράς και των ομολόγων τους σε τρίτες χώρες, ιδίως σε χώρες της Ενεργειακής Κοινότητας και σε χώρες με τα συστήματα των οποίων διασυνδέονται τα Συστήματα Μεταφοράς της Ελλάδος.

(γ) Συμβάλλει σε διαδικασίες ανταλλαγής δεδομένων για τις πιο σημαντικές διαδικασίες της αγοράς σε περιφερειακό επίπεδο.

3. Η ΡΑΕ δύναται να ζητεί τη γνώμη του Οργανισμού Συνεργασίας Ρυθμιστικών Αρχών Ενέργειας και να ενημερώνει την Ευρωπαϊκή Επιτροπή για θέματα διασυνοριακού εμπορίου και ιδίως σε σχέση με αποφάσεις ρυθμιστικών αρχών άλλων κρατών - μελών, που πιθανώς να αντίκεινται στις κατευθυντήριες γραμμές που αναφέρονται στη σχετική ευρωπαϊκή νομοθεσία, εντός δύο (2) μηνών από την ημερομηνία δημοσίευσης της εν λόγω απόφασης.

4. Η ΡΑΕ εφαρμόζει τις νομικά δεσμευτικές αποφάσεις του Οργανισμού Συνεργασίας Ρυθμιστικών Αρχών Ενέργειας και της Ευρωπαϊκής Επιτροπής, καθώς και των οργάνων της Ενεργειακής Κοινότητας.

5. Η ΡΑΕ διαβουλεύεται και συνεργάζεται για διασυνοριακά θέματα με τις ρυθμιστικές αρχές ενέργειας άλλων κρατών - μελών της Ευρωπαϊκής Ένωσης και της Ενεργειακής Κοινότητας, καθώς και τρίτων χωρών με τα συστήματα των οποίων διασυνδέονται τα Συστήματα

Μεταφοράς της Ελλάδος, με τον Οργανισμό Συνεργασίας Ρυθμιστικών Αρχών Ενέργειας και την Ευρωπαϊκή Επιτροπή, και ιδίως για:

(α) Την προώθηση της δημιουργίας λειτουργικών διευθετήσεων, ώστε να παρέχεται η δυνατότητα για βέλτιστη διαχείριση του συστήματος, να προωθείται η ανάπτυξη κοινών χρηματιστηρίων ηλεκτρικής ενέργειας και φυσικού αερίου και η διασυνοριακή κατανομή δυναμικότητας, καθώς και να παρέχεται η δυνατότητα επαρκούς επιπέδου δυναμικού διασύνδεσης, μέσω και νέων Διασυνδέσεων, σε περιφερειακό επίπεδο και μεταξύ περιφερειών, ώστε να καθίσταται εφικτή η ανάπτυξη υγιούς ανταγωνισμού και η βελτίωση της ασφάλειας του εφοδιασμού, χωρίς διακρίσεις μεταξύ προμηθευτών σε διάφορα κράτη - μέλη.

(β) Την ανάπτυξη κοινών κανόνων σχετικά με την κατανομή δυναμικότητας και διαχείρισης της συμφόρησης στις διασυνδέσεις.

Άρθρο 26

Σχέσεις ΡΑΕ με την Επιτροπή Ανταγωνισμού

1. Η ΡΑΕ συνεργάζεται στενά με την Επιτροπή Ανταγωνισμού για την αντιμετώπιση παραβάσεων του δικαίου του ανταγωνισμού, οι οποίες εμπίπτουν στις αρμοδιότητες της τελευταίας. Στο πλαίσιο αυτό, η ΡΑΕ δύναται να εισηγείται στην Επιτροπή Ανταγωνισμού την κίνηση, κατά προτεραιότητα, σχετικής έρευνας προκειμένου να διαπιστωθεί εάν υφίσταται παράβαση του γενικού δικαίου του ανταγωνισμού, εφόσον κατά τη διεξαγωγή ερευνών από τη ΡΑΕ, δυνάμει του άρθρου 28, προκύψουν ενδείξεις ότι τίθεται ζήτημα εφαρμογής των διατάξεων του γενικού δικαίου του ανταγωνισμού.

2. Η ΡΑΕ και η Επιτροπή Ανταγωνισμού έχουν καθήκον αμοιβαίας ενημέρωσης για ευρήματα που συλλέγονται στο πλαίσιο των ελεγκτικών τους εξουσιών και πιθανολογούν ότι είναι κρίσιμα για την άσκηση των αρμοδιοτήτων της προς ενημέρωση ρυθμιστικής Αρχής, διαβιβάζοντας τα σχετικά αποδεικτικά στοιχεία.

3. Εφόσον κινηθεί ελεγκτική διαδικασία από τη ΡΑΕ και την Επιτροπή Ανταγωνισμού, σύμφωνα με το άρθρο 28 και το άρθρο 39 του ν. 3959/2011 (Α’ 93) αντιστοίχως, καθεμία από τις δύο αυτές Αρχές δύναται να ορίσει εντεταλμένο υπάλληλο ως Ελεγκτή, ο οποίος θα συμμετάσχει στις διαδικασίες που διεξάγονται από την άλλη Αρχή.

4. Τα στοιχεία και τα ευρήματα που προκύπτουν από τη διενέργεια ερευνών από τη ΡΑΕ και την Επιτροπή Ανταγωνισμού, σύμφωνα με τα άρθρα 28 και 39 του ν. 3959/2011 αντιστοίχως, δύνανται, ύστερα από την αμοιβαία διαβίβασή τους, να χρησιμοποιηθούν και από τις δύο ρυθμιστικές Αρχές για τη στοιχειοθέτηση παραβάσεων που εμπίπτουν στο πεδίο των αντίστοιχων αρμοδιοτήτων κάθε Αρχής.

5. Σε σχέση με τις ανταλλασσόμενες πληροφορίες, η αποδέκτρια Αρχή εξασφαλίζει το ίδιο επίπεδο εμπιστευτικότητας με τη διαβιβάζουσα Αρχή.

ΚΕΦΑΛΑΙΟ Δ’

ΜΕΣΑ ΑΣΚΗΣΗΣ ΤΩΝ ΑΡΜΟΔΙΟΤΗΤΩΝ ΤΗΣ ΡΑΕ

Άρθρο 27

Συλλογή στοιχείων

1. Η ΡΑΕ δύναται να συλλέγει πάσης φύσεως στοιχεία, ιδίως τεχνικά, οικονομικά, λογιστικά, εμπορικά και άλλα συναφή στοιχεία, προκειμένου να εκπληρώνει αποτελεσματικά τις εκ του νόμου αρμοδιότητές της.

2. Η ΡΑΕ δύναται να απαιτεί πληροφορίες από τις επιχειρήσεις που ασκούν Ενεργειακές Δραστηριότητες σχετικά με την εκπλήρωση των καθηκόντων τους, συμπεριλαμβανομένης της αιτιολόγησης για οποιαδήποτε άρνηση χορήγησης πρόσβασης σε τρίτους, καθώς και οποιεσδήποτε πληροφορίες σχετικά με μέτρα αναγκαία για την ενίσχυση των Συστημάτων ή των Δικτύων Διανομής Ενέργειας. Σε περίπτωση άρνησης ή καθυστέρησης παροχής στοιχείων ή υποβολής ελλιπών στοιχείων, η ΡΑΕ δύναται να επιβάλλει τις κυρώσεις που προβλέπονται στην περίπτωση α’ της παραγράφου 3 του άρθρου 38 του ν. 3959/2011.

Άρθρο 28

Διεξαγωγή ερευνών

Τα μέλη της ΡΑΕ και το προσωπικό της Γραμματείας της, μετά από έγγραφη εντολή της ΡΑΕ, προς διαπίστωση των παραβάσεων του παρόντος νόμου και των πράξεων που εκδίδονται κατ’ εξουσιοδότησή του και των κανόνων ανταγωνισμού στους τομείς αυτούς, ασκούν τις εξουσίες και τα δικαιώματα που προβλέπονται στο άρθρο 39 του ν. 3959/2011. Σε περίπτωση παρεμπόδισης του έργου της ΡΑΕ εφαρμόζονται οι σχετικές με την επιβολή ποινών και κυρώσεων διατάξεις του άρθρου 39 του ν. 3959/2011.

Άρθρο 29

Διαβούλευση

1. Η ΡΑΕ προβαίνει σε δημόσια διαβούλευση στις περιπτώσεις που προβλέπονται ρητά με τις διατάξεις του παρόντος νόμου, οποτεδήποτε το κρίνει αυτό αναγκαίο και, σε κάθε περίπτωση, πριν από τη λήψη αποφάσεων και ρυθμιστικών μέτρων που δύναται να έχουν σημαντικές συνέπειες στη σχετική αγορά ενέργειας, δίδοντας στα ενδιαφερόμενα μέρη τη δυνατότητα να διατυπώσουν τη γνώμη τους και να υποβάλουν τις παρατηρήσεις τους ως προς τα προτεινόμενα μέτρα. Η δημόσια διαβούλευση διεξάγεται για εύλογο χρονικό διάστημα και τα αποτελέσματά της, καθώς και τα συμπεράσματα της ΡΑΕ από αυτήν, αναρτώνται στην επίσημη ιστοσελίδα της.

2. Τα θέματα που αφορούν τη δημόσια διαβούλευση, τις ελάχιστες προϋποθέσεις δημοσιότητας και το περιεχόμενο αυτής, τη διαδικασία, καθώς και κάθε άλλη σχετική λεπτομέρεια ρυθμίζονται στον Κανονισμό Εσωτερικής Λειτουργίας και Διαχείρισης της ΡΑΕ.

Άρθρο 30

Κανονιστικές και νομοπαρασκευαστικές αρμοδιότητες

1. Στην περίπτωση που η νομοθεσία για την αγορά ηλεκτρικής ενέργειας και Φυσικού Αερίου προβλέπει την έκδοση προεδρικών διαταγμάτων, η ΡΑΕ προβαίνει σε κάθε αναγκαία ενέργεια για την έκδοση αυτών και καταθέτει προς τους καθ’ ύλην αρμόδιους Υπουργούς τις απόψεις της επί των σχεδίων των εν λόγω διαταγμάτων.

2. Η ΡΑΕ δύναται να αναφέρεται προς τη Βουλή των Ελλήνων και τον καθ’ ύλην αρμόδιο Υπουργό προτείνοντας νομοθετικές ρυθμίσεις σχετικά με την προώθηση και επίλυση θεμάτων που ανάγονται στην εκπλήρωση της αποστολής της. Ο Πρόεδρος της Βουλής διαβιβάζει τις σχετικές προτάσεις στη Μόνιμη Επιτροπή Θεσμών και Διαφάνειας της Βουλής των Ελλήνων, η οποία μπορεί να διατυπώνει εγγράφως προς τον Πρόεδρο της Βουλής τις απόψεις της επί των ανωτέρω αναφορών.

3. Η ΡΑΕ εκδίδει, με απόφασή της, η οποία δημοσιεύεται στην Εφημερίδα της Κυβερνήσεως, τους Κανονισμούς και Κώδικες που προβλέπονται με τις διατάξεις του παρόντος νόμου, ύστερα από γνώμη του αρμόδιου διαχειριστή, όπου αυτή απαιτείται.

4. Η ΡΑΕ, με απόφασή της, δύναται να εκδίδει ανακοινώσεις, οι οποίες αναρτώνται στην επίσημη ιστοσελίδα της, ως προς τον τρόπο με τον οποίον ερμηνεύει και εφαρμόζει το ισχύον ρυθμιστικό πλαίσιο, εντός των ορίων των αρμοδιοτήτων της.

Άρθρο 31

Συμβάσεις

1. Η ΡΑΕ μπορεί να συνάπτει συμβάσεις εκτέλεσης έργων, παροχής υπηρεσιών, μελετών και προμηθειών για θέματα που άπτονται των σκοπών και της λειτουργίας της. Η σύναψη, η υλοποίηση και κάθε άλλη λεπτομέρεια αναφορικά με τις συμβάσεις αυτές διέπονται από τις εκάστοτε ισχύουσες διατάξεις του δικαίου της Ευρωπαϊκής Ένωσης, τα νομοθετήματα προσαρμογής της εθνικής νομοθεσίας προς το δίκαιο της Ευρωπαϊκής Ένωσης και, συμπληρωματικά, από τον Κανονισμό Εσωτερικής Λειτουργίας και Διαχείρισης της ΡΑΕ.

2. Η ΡΑΕ μπορεί να συνάπτει συμβάσεις με ανώτατα εκπαιδευτικά ιδρύματα, ερευνητικά πανεπιστημιακά ινστιτούτα και ερευνητικά ιδρύματα, καθώς και με ειδικούς επιστήμονες ή τεχνικούς με ειδικές γνώσεις και εμπειρία για την εκτέλεση έργων ή την εκπόνηση μελετών, που εντάσσονται στο πλαίσιο των αρμοδιοτήτων τους σύμφωνα με τις ισχύουσες διατάξεις.

Άρθρο 32

Αποφάσεις της ΡΑΕ

1. Οι πράξεις και αποφάσεις της ΡΑΕ, οι οποίες προβλέπονται από τις διατάξεις του παρόντος νόμου, πρέπει να είναι πλήρως και ειδικά αιτιολογημένες, καταχωρούνται σε ιδιαίτερο βιβλίο, εκτός εάν αφορούν την εθνική άμυνα ή τη δημόσια ασφάλεια, οπότε καταχωρούνται σε ειδικό απόρρητο βιβλίο και δημοσιοποιούνται με ανάρτηση στην επίσημη ιστοσελίδα της. Οι κανονιστικού χαρακτήρα αποφάσεις της ΡΑΕ δημοσιεύονται επιπλέον στην Εφημερίδα της Κυβερνήσεως.

2. Κατά των ατομικών εκτελεστών πράξεων της ΡΑΕ χωρεί αίτηση αναθεώρησης εντός προθεσμίας τριάντα (30) ημερών από τη δημοσίευση ή την κοινοποίηση της απόφασης. Η προηγούμενη άσκηση της αίτησης αναθεώρησης έχει χαρακτήρα ενδικοφανούς προσφυγής και είναι αναγκαία προϋπόθεση για το παραδεκτό του ένδικου βοηθήματος του άρθρου 33 του παρόντος νόμου.

Άρθρο 33

Δικαστικός έλεγχος των αποφάσεων της ΡΑΕ

Η απόφαση που εκδίδεται επί της αίτησης αναθεώρησης, η οποία ασκήθηκε κατά τα οριζόμενα στο άρθρο 32, προσβάλλεται ενώπιον του Διοικητικού Εφετείου Αθηνών με το ένδικο βοήθημα της αίτησης ακύρωσης, στην περίπτωση που η απόφαση αφορά τη χορήγηση ή την άρνηση χορήγησης, την τροποποίηση ή την ανάκληση διοικητικών αδειών, και της προσφυγής σε κάθε άλλη περίπτωση. Κατά της απόφασης του Διοικητικού Εφετείου Αθηνών επί αίτησης ακύρωσης χωρεί έφεση ενώπιον του Συμβουλίου της Επικρατείας. Κατά της απόφασης του Διοικητικού Εφετείου Αθηνών επί προσφυγής χωρεί αίτηση αναίρεσης ενώπιον του Συμβουλίου της Επικρατείας. Εάν η απόφαση έχει κανονιστικό χαρακτήρα, αυτή προσβάλλεται με αίτηση ακύρωσης ενώπιον του Συμβουλίου της Επικρατείας σε πρώτο και τελευταίο βαθμό.

Άρθρο 34

Καταγγελία ενώπιον της ΡΑΕ

1. Όποιος έχει έννομο συμφέρον δικαιούται να υποβάλει ενώπιον της ΡΑΕ καταγγελία κατά των κυρίων και των διαχειριστών των Συστημάτων και των Δικτύων Διανομής Ενέργειας, καθώς και κατά των επιχειρήσεων που ασκούν Ενεργειακές Δραστηριότητες, για παράβαση των υποχρεώσεών τους που καθορίζονται από τις διατάξεις του παρόντος νόμου, των κανονιστικών πράξεων που εκδίδονται κατ’ εξουσιοδότησή του ή της άδειας που τους έχει χορηγηθεί. Επί της καταγγελίας αποφασίζει η ΡΑΕ εντός προθεσμίας τριών (3) μηνών.

Η προθεσμία αυτή μπορεί να παρατείνεται για τρεις (3) ακόμη μήνες με αιτιολογημένη πράξη της ΡΑΕ, η οποία εκδίδεται πριν λήξει η αρχική προθεσμία, εφόσον η παράταση είναι αναγκαία για τη συγκέντρωση πληροφοριών που απαιτούνται για τη λήψη της σχετικής απόφασης. Περαιτέρω παράταση της προθεσμίας επιτρέπεται μόνο κατόπιν συναίνεσης του προσώπου που υπέβαλε την καταγγελία.

2. Η απόφαση της ΡΑΕ προσβάλλεται δικαστικά κατά τα οριζόμενα στο άρθρο 33.

Άρθρο 35

Προσωρινά μέτρα

1. Σε περιπτώσεις που η ΡΑΕ, δρώντας αυτεπαγγέλτως ή κατόπιν καταγγελίας, διαπιστώσει κατά σοβαρή πιθανολόγηση ότι τίθεται ζήτημα παράβασης της κείμενης εθνικής και ευρωπαϊκής νομοθεσίας περί ηλεκτρικής ενέργειας και φυσικού αερίου, η οποία ενέχει άμεση, σοβαρή και επικείμενη απειλή για τη δημόσια ασφάλεια, τη δημόσια τάξη, τη δημόσια υγεία ή τις συνθήκες υγιούς ανταγωνισμού στις σχετικές αγορές της ηλεκτρικής ενέργειας και του φυσικού αερίου ή δημιουργεί σοβαρά οικονομικά ή λειτουργικά προβλήματα σε άλλες επιχειρήσεις, μπορεί να λαμβάνει, με αιτιολογημένη απόφασή της και τηρώντας την αρχή της αναλογικότητας, πρόσφορα προσωρινά μέτρα προς αντιμετώπιση της κατάστασης, πριν τη λήψη οριστικής απόφασης. Τα προσωρινά αυτά μέτρα δεν πρέπει να κατατείνουν στην πλήρη ικανοποίηση του δικαιώματος. Στην ενδιαφερόμενη επιχείρηση παρέχεται δυνατότητα να εκθέσει τις απόψεις της, εκτός εάν λόγοι κατεπείγοντος δεν το επιτρέπουν. Στην τελευταία αυτή περίπτωση, η εν λόγω επιχείρηση καλείται να εκθέσει τις απόψεις της εντός πέντε (5) ημερών από τη λήψη των προσωρινών μέτρων και να προτείνει μέτρα αποκατάστασης. Εάν αυτά κριθούν επαρκή, η ΡΑΕ ανακαλεί τα προσωρινά μέτρα και επικυρώνει τα προτεινόμενα από την επιχείρηση μέτρα αποκατάστασης.

2. Η απόφαση της ΡΑΕ περί των προσωρινών μέτρων είναι άμεσα εκτελεστή και υπόκειται μόνο σε προσφυγή ενώπιον του Διοικητικού Εφετείου Αθηνών κατά τα οριζόμενα στο άρθρο 33. Η άσκηση της προσφυγής δεν αναστέλλει την εκτέλεση της αποφάσεως περί των προσωρινών μέτρων.

3. Η ΡΑΕ μπορεί να επιβάλει χρηματική ποινή από πέντε χιλιάδες (5.000) ευρώ μέχρι εκατό χιλιάδες (100.000) ευρώ για κάθε ημέρα μη συμμόρφωσης προς την απόφασή της περί των προσωρινών μέτρων. Η επιμέτρηση του προστίμου αυτού γίνεται με βάση την αρχή της αναλογικότητας.

Άρθρο 36

Διοικητικές κυρώσεις

1. Με απόφαση της ΡΑΕ, η οποία εκδίδεται μετά από ακρόαση των ενδιαφερομένων, επιβάλλονται στους κυρίους και τους διαχειριστές των Συστημάτων και των Δικτύων Διανομής ηλεκτρικής ενέργειας και φυσικού αερίου και στις επιχειρήσεις που ασκούν Ενεργειακές Δραστηριότητες, εφόσον παραβιάζουν τις διατάξεις του παρόντος νόμου και των πράξεων που εκδίδονται κατ’ εξουσιοδότησή του ή τους όρους των αδειών που τους έχουν χορηγηθεί, πρόστιμα ύψους έως 10% του ετήσιου κύκλου εργασιών τους. Το ύψος του προστίμου είναι ανάλογο με τη βαρύτητα και τη συχνότητα της παράβασης.

2. Με απόφαση της ΡΑΕ, η οποία δημοσιεύεται στην Εφημερίδα της Κυβερνήσεως, εξειδικεύεται η μεθοδολογία και τα επί μέρους κριτήρια των προστίμων της προηγούμενης παραγράφου.

3. Η επιβολή των προστίμων αυτών δεν αποκλείει την επιβολή, για την ίδια παράβαση, άλλων διοικητικών κυρώσεων που προβλέπονται από άλλες διατάξεις, ιδίως δε των προβλεπομένων στις διατάξεις του ν. 3959/2011.

4. Οι αποφάσεις της ΡΑΕ που εκδίδονται στις ανωτέρω περιπτώσεις αναρτώνται στην επίσημη ιστοσελίδα της και δημοσιεύονται στον τύπο.

5. Τα πρόστιμα που προβλέπονται στο παρόν άρθρο εισπράττονται με τη διαδικασία του Κώδικα Είσπραξης Δημοσίων Εσόδων (ΚΕΔΕ) στο όνομα και για λογαριασμό της ΡΑΕ και αποδίδονται σε αυτήν.

6. Σε περιπτώσεις συστηματικής και κατ’ επανάληψη παράβασης του νομοθετικού πλαισίου και των όρων, σύμφωνα με τους οποίους χορηγούνται οι προβλεπόμενες στον παρόντα νόμο άδειες, η ΡΑΕ μπορεί να ανακαλεί τις άδειες αυτές. Η ανάκληση μπορεί να επιβάλλεται παράλληλα και με πρόστιμο.

Άρθρο 37

Διαιτησία

1. Με τον παρόντα νόμο οργανώνεται μόνιμη διαιτησία στην ΡΑΕ, στην οποία υπάγονται προς επίλυση:

(α) οι διαφορές μεταξύ προσώπων που δραστηριοποιούνται με οποιονδήποτε τρόπο στον τομέα της ενέργειας,

(β) οι διαφορές μεταξύ Επιλεγόντων Πελατών, όπως αυτοί προσδιορίζονται στις διατάξεις του παρόντος νόμου και των επιχειρήσεων που ασκούν Ενεργειακές Δραστηριότητες,

(γ) κάθε διαφορά που αναφύεται μεταξύ των ανωτέρω προσώπων από την εφαρμογή της σχετικής κείμενης εθνικής και ευρωπαϊκής νομοθεσίας.

2. Η υπαγωγή στη διαιτητική διαδικασία μιας από τις ανωτέρω διαφορές προϋποθέτει κατάρτιση έγγραφης συμφωνίας διαιτησίας μεταξύ των μερών.

3. Στην ως άνω διαιτησία εφαρμόζονται τα άρθρα 867 έως 900 του Κ.Πολ.Δ., εφόσον με το παρόν άρθρο δεν ορίζεται διαφορετικά. Σε περίπτωση διεθνούς εμπορικής διαιτησίας, όπως αυτή ορίζεται στην παράγραφο 2 του άρθρου 1 του ν. 2735/1999 (Α’ 167), η υπαγωγή στον Κ.Πολ.Δ. είναι δυνατή εφόσον, υπάρχει ρητή σχετική συμφωνία μεταξύ των μερών.

4. Η διαιτησία διεξάγεται ενώπιον τριμελούς διαιτητικού οργάνου, το οποίο συγκροτείται από πρόσωπα που αναφέρονται σε κατάλογο διαιτητών και επιδιαιτητών, ο οποίος συντάσσεται κάθε δύο έτη, με απόφαση του Προέδρου της ΡΑΕ. Ο κατάλογος περιλαμβάνει μέλη της ΡΑΕ, μέλη Τεχνικών Επιμελητηρίων και Δικηγορικών Συλλόγων, καθώς και καθηγητές Ανώτατων Εκπαιδευτικών Ιδρυμάτων οποιασδήποτε βαθμίδας, με εξειδικευμένες γνώσεις στις διαφορές που υπάγονται στη διαιτησία της ΡΑΕ.

5. Αν τα μέρη δεν ορίσουν διαιτητή ή επιδιαιτητή, κατά τα προβλεπόμενα στα άρθρα 873 και 874 του Κ.Πολ.Δ., εφαρμόζονται οι διατάξεις του άρθρου 878 Κ.Πολ.Δ., αλλά αντί για το Μονομελές Πρωτοδικείο αποφασίζει σχετικά ο Πρόεδρος της ΡΑΕ. Ο Πρόεδρος της ΡΑΕ αποφασίζει, επίσης, αντί του Μονομελούς Πρωτοδικείου, στις περιπτώσεις των άρθρων 880 παρ. 2 και 884 του Κ.Πολ.Δ.

6. Το διαιτητικό δικαστήριο μεριμνά ώστε η διαδικασία έως και τη δημοσίευση της απόφασης να έχει περατωθεί εντός έξι (6) μηνών από την κίνηση της διαδικασίας διαιτησίας.

7. Το διαιτητικό δικαστήριο δύναται με απόφασή του να ζητεί από τη ΡΑΕ τη διατύπωση γνώμης για ζητήματα που άπτονται των ρυθμιστικών της αρμοδιοτήτων και είναι κρίσιμα για την επίλυση της διαφοράς.

ΚΕΦΑΛΑΙΟ Ε’

ΠΟΡΟΙ - ΟΙΚΟΝΟΜΙΚΗ ΔΙΑΧΕΙΡΙΣΗ ΤΗΣ ΡΑΕ

Άρθρο 38

1. Για την άσκηση των αρμοδιοτήτων της, η ΡΑΕ εισπράττει, ως πόρους αυτής:

(α) Ανταποδοτικά τέλη που επιβάλλονται στις επιχειρήσεις του τομέα της ενέργειας και ειδικότερα:

(αα) Εφάπαξ τέλη για την επεξεργασία και γνωμοδότηση ή απόφαση επί των αιτήσεων που υποβάλλονται για τη χορήγηση ή τροποποίηση ή επέκταση ή ανανέωση άδειας ή πιστοποίησης προς άσκηση δραστηριότητας στον τομέα της ηλεκτρικής ενέργειας ή του φυσικού αερίου.

(ββ) Ετήσια τέλη για την άσκηση δραστηριότητας στον τομέα της ηλεκτρικής ενέργειας, του φυσικού αερίου και των υγρών καυσίμων.

(β) Επιδοτήσεις, επιχορηγήσεις, χρηματοδοτήσεις ερευνητικών προγραμμάτων και κάθε άλλο έσοδο που προέρχεται από την Ευρωπαϊκή Ένωση και από διεθνείς οργανισμούς.

2. Οι πόροι της ΡΑΕ εισπράττονται για λογαριασμό της και κατατίθενται σε τραπεζικό λογαριασμό, τη διαχείριση του οποίου έχει η ΡΑΕ, σύμφωνα με τον Κανονισμό Εσωτερικής Λειτουργίας και Διαχείρισής της.

3. Η ΡΑΕ, με απόφασή της, η οποία δημοσιεύεται στην Εφημερίδα της Κυβερνήσεως, καθορίζει τη μεθοδολογία υπολογισμού των ανταποδοτικών τελών ανά δραστηριότητα και ακολουθούμενη πρακτική διαδικασία, στο πλαίσιο της εν γένει άσκησης των αρμοδιοτήτων της.

Η μεθοδολογία καταρτίζεται λαμβάνοντας υπόψη τον κύκλο εργασιών κάθε δραστηριότητας, το εύρος των απαιτούμενων διοικητικών ενεργειών και απασχόλησης της Αρχής, και ιδίως αυτών της χορήγησης και παρακολούθησης αδειών ή πιστοποίησης άσκησης της δραστηριότητας, καθώς και της εποπτείας της αγοράς, λαμβάνοντας υπόψη, ταυτόχρονα, την ελαχιστοποίηση της επιβάρυνσης των καταναλωτών και την εξασφάλιση ισότιμης και αποτελεσματικής εισόδου στις σχετικές αγορές.

4. Με απόφαση του Υπουργού Περιβάλλοντος, Ενέργειας και Κλιματικής Αλλαγής, μετά από σύμφωνη γνώμη της ΡΑΕ, με βάση τον προϋπολογισμό της Αρχής και τη μεθοδολογία υπολογισμού της παραγράφου 3, καθορίζονται το ύψος των ανταποδοτικών τελών που επιβάλλονται υπέρ της ΡΑΕ, τα όργανα, ο τρόπος είσπραξης των τελών και κάθε αναγκαία λεπτομέρεια.

5. Η ΡΑΕ δύναται να εισπράττει συνδρομές από συμμετέχοντες σε συνέδρια ή εκδηλώσεις παρεμφερούς σκοπού που οργανώνει, προκειμένου να διασφαλίζεται η επιτυχής και αποτελεσματική διοργάνωση αυτών.

6. Αν από την οικονομική διαχείριση της ΡΑΕ στο τέλος κάθε διετίας προκύπτει θετικό οικονομικό αποτέλεσμα (έσοδα-έξοδα) που υπερβαίνει τις δαπάνες της προηγούμενης χρήσης, με κοινή απόφαση των Υπουργών Οικονομικών και Περιβάλλοντος, Ενέργειας και Κλιματικής Αλλαγής δύναται έως το ογδόντα τοις εκατό (80%) του οικονομικού αυτού αποτελέσματος:

(α) είτε να διατίθεται ως έσοδο του Κρατικού Προϋπολογισμού,

(β) είτε το ποσό αυτό να μειώνει ισόποσα και συμμέτρως το ύψος των ανταποδοτικών τελών που επιβάλλονται στις επιχειρήσεις του τομέα της ενέργειας, ώστε να πληρούται το κριτήριο της κοστοστρέφειας των ανταποδοτικών τελών. Στην περίπτωση αυτή με την ίδια απόφαση καθορίζεται κατά τρόπο διαφανή, αντικειμενικό και αμερόληπτο, που δεν εισάγει διακρίσεις, η μεθοδολογία επιμερισμού του ποσού αυτού στις υπόχρεες επιχειρήσεις, μετά από σύμφωνη γνώμη της ΡΑΕ.

7. Η ΡΑΕ έχει υποχρέωση να τηρεί λογαριασμούς και αρχεία, στα οποία συμπεριλαμβάνονται τα αποτελέσματα χρήσης, και να δημοσιεύει ισολογισμό, όπως ορίζεται ειδικότερα στον Κανονισμό Εσωτερικής Λειτουργίας και Διαχείρισής της.

8. Ο έλεγχος των οικονομικών στοιχείων και των ετήσιων λογαριασμών και οικονομικών καταστάσεων γίνεται από δύο (2) ορκωτούς λογιστές. Τα στοιχεία αυτά και οι οικονομικές καταστάσεις δημοσιεύονται σε δύο (2) ημερήσιες εφημερίδες ευρείας κυκλοφορίας και την Εφημερίδα της Κυβερνήσεως και υποβάλλονται στον Πρόεδρο της Βουλής των Ελλήνων και στη Μόνιμη Επιτροπή Θεσμών και Διαφάνειας της Βουλής των Ελλήνων μαζί με την έκθεση πεπραγμένων της παραγράφου

4 του άρθρου 6 και τον προϋπολογισμό του επόμενου έτους. Οι δαπάνες του ελέγχου βαρύνουν τη ΡΑΕ.

ΚΕΦΑΛΑΙΟ ΣΤ’

ΓΡΑΜΜΑΤΕΙΑ ΤΗΣ ΡΑΕ

Άρθρο 39

Η διοικητική και επιστημονική υποστήριξη της ΡΑΕ ανατίθεται στη Γραμματεία της, η οποία ιδρύθηκε με το άρθρο 7 παρ. 1 του ν. 2773/1999.

Άρθρο 40

Διάρθρωση της Γραμματείας

1. Η Γραμματεία της ΡΑΕ διαρθρώνεται σε Διευθύνσεις και Γραφείο Προέδρου, του οποίου προΐσταται ο Πρόεδρος της Αρχής, σύμφωνα με τις ειδικές διατάξεις του Κανονισμού Εσωτερικής Λειτουργίας και Διαχείρισης της ΡΑΕ. Για την υποστήριξη του έργου του Γραφείου Προέδρου διατηρούνται οι πέντε (5) θέσεις ειδικών συνεργατών, οι οποίες είχαν συσταθεί με το άρθρο 37 παρ. 2 του ν. 3428/2005. Οι πέντε (5) ειδικοί συνεργάτες εξομοιούνται ως προς το νομικό καθεστώς τους προς τους μετακλητούς δημοσίους υπαλλήλους, με εξαίρεση τα εργασιακά τους ζητήματα ως προς τα οποία εξομοιούνται με το λοιπό προσωπικό της Γραμματείας της ΡΑΕ. Η πρόσληψη στις θέσεις αυτές γίνεται με απόφαση Προέδρου, ενώ μπορούν να καλύπτονται και από μέλη του προσωπικού των Διευθύνσεων της Γραμματείας της ΡΑΕ, τα οποία, στην περίπτωση αυτή, εξακολουθούν να εμπίπτουν στο πεδίο εφαρμογής του νομικού καθεστώτος που διέπει τα μέλη της Γραμματείας της ΡΑΕ.

2. Οι αρμοδιότητες των επί μέρους Διευθύνσεων και του Γραφείου Προέδρου, καθώς και η κατανομή των θέσεων του προσωπικού καθορίζονται στον Κανονισμό Εσωτερικής Λειτουργίας και Διαχείρισης της ΡΑΕ, ο οποίος καταρτίζεται σύμφωνα με το άρθρο 45.

3. Κάθε Διεύθυνση συγκροτείται από Τμήματα, στα οποία κατανέμεται το προσωπικό των Διευθύνσεων, σύμφωνα με τις ειδικές διατάξεις του Κανονισμού Εσωτερικής Λειτουργίας και Διαχείρισης της ΡΑΕ. Με απόφαση της ΡΑΕ, μετά από εισήγηση του Προέδρου της, ή με απόφαση του Προέδρου της, εφόσον η σχετική αρμοδιότητα έχει μεταβιβασθεί σε αυτόν δυνάμει της παραγράφου 5 του άρθρου 8, καθορίζονται οι επί μέρους αρμοδιότητες των Τμημάτων και τοποθετούνται τα μέλη της Γραμματείας της ΡΑΕ κατά Διευθύνσεις και Τμήματα.

4. Σε καθεμία από τις Διευθύνσεις και σε καθένα από τα Τμήματα της Γραμματείας της ΡΑΕ ορίζεται Προϊστάμενος, ο οποίος αναπληρώνεται κατά τα οριζόμενα στον Κανονισμό Εσωτερικής Λειτουργίας και Διαχείρισης της ΡΑΕ. Οι Προϊστάμενοι των Διευθύνσεων και των Τμημάτων, καθώς και οι Αναπληρωτές τους, επιλέγονται, με απόφαση της ΡΑΕ, μετά από εισήγηση του Προέδρου της, για τριετή θητεία, η οποία μπορεί να ανανεώνεται μία ή περισσότερες φορές με όμοια απόφαση, μεταξύ των μελών της Γραμματείας της ΡΑΕ, τα οποία πληρούν τα κριτήρια που εξειδικεύονται στον Κανονισμό Εσωτερικής Λειτουργίας και Διαχείρισης της ΡΑΕ. Στη Διεύθυνση Νομικών Υπηρεσιών προΐσταται Δικηγόρος της Αρχής με σχέση έμμισθης εντολής, διορισμένος στον Άρειο Πάγο, που επιλέγεται από τη ΡΑΕ, μετά από εισήγηση του Προέδρου της και αναπληρώνεται κατά τα οριζόμενα στον Κανονισμό Εσωτερικής Λειτουργίας και Διαχείρισης της ΡΑΕ.

5. Πληροφορίες σχετικά με την οργανωτική δομή, τη διάρθρωση της ΡΑΕ και τον ορισμό των Προϊσταμένων των Διευθύνσεων και των Τμημάτων αναρτώνται στην επίσημη ιστοσελίδα της.

Άρθρο 41

Προσωπικό της Γραμματείας

1. Για τη στελέχωση της Γραμματείας της ΡΑΕ, ιδρύονται, πέραν των θέσεων που προβλέπονται στο ν. 2773/1999 και σε άλλες διατάξεις όπως ισχύουν μέχρι σήμερα, επιπλέον είκοσι (20) θέσεις ειδικού επιστημονικού προσωπικού, πέντε (5) θέσεις διοικητικού προσωπικού και πέντε (5) θέσεις δικηγόρων που υπηρετούν με σχέση έμμισθης εντολής. Επιπρόσθετα, πέντε (5) θέσεις ειδικού τεχνικού προσωπικού. Τα μέλη του ειδικού τεχνικού προσωπικού παρέχουν έργο υποδομής στη λειτουργία της Γραμματείας προσφέροντας εξειδικευμένες τεχνικές υπηρεσίες για την αρτιότερη εκτέλεση του έργου της. Οι ειδικότητες του διοικητικού, ειδικού επιστημονικού και ειδικού τεχνικού προσωπικού, καθώς και των δικηγόρων που υπηρετούν με σύμβαση έμμισθης εντολής καθορίζονται από τον Κανονισμό Εσωτερικής Λειτουργίας και Διαχείρισης της ΡΑΕ. Με προεδρικό διάταγμα, το οποίο εκδίδεται μετά από πρόταση του Υπουργού Περιβάλλοντος, Ενέργειας και Κλιματικής Αλλαγής, ύστερα από σύμφωνη γνώμη της ΡΑΕ, μπορούν να αυξάνονται οι θέσεις του προσωπικού της Γραμματείας της ΡΑΕ.

2. Η πλήρωση των θέσεων διενεργείται σύμφωνα με τις διατάξεις του ν. 2190/1994 (Α’ 28), όπως ισχύουν, ύστερα από προκήρυξη της ΡΑΕ, στην οποία καθορίζονται τα απαιτούμενα τυπικά και ουσιαστικά προσόντα σύμφωνα με τις διατάξεις του π.δ. 50/2001 (Α’ 39).

3. Θέσεις δικηγόρων με έμμισθη εντολή μπορούν να καταλαμβάνονται από δικηγόρους, που υπηρετούν σε θέσεις ειδικού επιστημονικού προσωπικού, με απόφαση της ΡΑΕ, ύστερα από αίτησή τους και σύμφωνη γνώμη του Υπηρεσιακού Συμβουλίου. Η πρόσληψη δικηγόρου σε θέση ειδικού επιστημονικού προσωπικού της ΡΑΕ συνεπάγεται υποχρεωτική αναστολή του δικηγορικού λειτουργήματος. Η παρ. 2 του άρθρου 24 του ν. 1868/1989 (Α’ 230 ), όπως τροποποιήθηκε με την παρ. 1 του άρθρου 37 του ν. 2145/1993 (Α’88 ) και στη συνέχεια συμπληρώθηκε με την παρ. 8 του άρθρου 19 του ν. 3232/2004 (Α’48), εφαρμόζεται αναλόγως, με εξαίρεση τη δεύτερη περίοδο της παραγράφου 2 του άρθρου 24 του ν. 1868/1989, από την ημέρα ανάληψης των καθηκόντων τους, για τους δικηγόρους που υπηρετούν στη ΡΑΕ με σύμβαση έμμισθης εντολής, για τους δικηγόρους που υπηρετούν στη ΡΑΕ σε θέση ειδικού επιστημονικού προσωπικού και τελούν σε υποχρεωτική αναστολή άσκησης του λειτουργήματός τους, καθώς και για τους νομικούς που προσλαμβάνονται με σύμβαση ορισμένου χρόνου. Η διάταξη του προηγούμενου εδαφίου εφαρμόζεται και για τα μέλη της ΡΑΕ εφόσον είναι δικηγόροι. Για τις αποδοχές των δικηγόρων που ασχολούνται στη ΡΑΕ με σχέση έμμισθης εντολής εφαρμόζονται οι εκάστοτε ισχύουσες διατάξεις για τις αποδοχές του ειδικού επιστημονικού προσωπικού της Γραμματείας της ΡΑΕ.

4. Για την κάλυψη των αναγκών της Γραμματείας της ΡΑΕ μπορεί να αποσπάται σε αυτήν προσωπικό των νομικών προσώπων της παρ. 1 του άρθρου 14 του ν. 2190/1994 (Α’ 28), όπως ισχύει, με εξαίρεση τις επιχειρήσεις του τομέα ενέργειας. Η απόσπαση διενεργείται με κοινή απόφαση του Υπουργού Περιβάλλοντος, Ενέργειας και Κλιματικής Αλλαγής και του κατά περίπτωση αρμόδιου Υπουργού, μετά από πρόταση της ΡΑΕ, κατά παρέκκλιση από τις κείμενες γενικές και ειδικές διατάξεις, για χρονικό διάστημα δύο (2) ετών που μπορεί να παρατείνεται, σύμφωνα με τον Κώδικα Κατάστασης Δημοσίων Πολιτικών Διοικητικών Υπαλλήλων και Υπαλλήλων Ν.Π.Δ.Δ. (ν. 3528/2007). Για την άρση της απόσπασης απαιτείται η προηγούμενη σύμφωνη γνώμη της ΡΑΕ. Η απόσπαση υπαλλήλου διακόπτεται υποχρεωτικά, μετά από εισήγηση της ΡΑΕ, σε περίπτωση που οι ανάγκες της Γραμματείας της, για την κάλυψη των οποίων έγινε η απόσπαση συγκεκριμένου υπαλλήλου, μπορούν να καλυφθούν από το προσωπικό της. Εφόσον οι αποδοχές υπαλλήλου που προέρχεται από φορέα του Δημοσίου Τομέα και αποσπάται στη ΡΑΕ, με οποιαδήποτε σχέση εργασίας, είναι χαμηλότερες εκείνων που αντιστοιχούν στη θέση που κατείχε πριν από την απόσπασή του, οι αποδοχές του διατηρούνται αυτοδικαίως στο ύψος των αποδοχών της οργανικής του θέσης, λαμβανομένης υπόψη της μισθολογικής ωρίμανσης και εξέλιξης της θέσεως αυτής. Η δαπάνη που προκαλείται από την εφαρμογή της παρούσας παραγράφου βαρύνει αποκλειστικά τον προϋπολογισμό της ΡΑΕ.

5. Με κοινή απόφαση του Υπουργού Περιβάλλοντος, Ενέργειας και Κλιματικής Αλλαγής και του κατά περίπτωση αρμόδιου Υπουργού, μετά από πρόταση της ΡΑΕ